RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 11 γλώσσες

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, συνθήκη ΕΚΑΧ

Η συνθήκη ΕΚΑΧ, η οποία υπεγράφη στο Παρίσι το 1951, συνενώνει τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και τις χώρες της Μπενελούξ σε μία Κοινότητα που έχει ως αποστολή την οργάνωση της ελεύθερης κυκλοφορίας άνθρακα και χάλυβα, καθώς και την ελεύθερη πρόσβαση στις πηγές παραγωγής. Επίσης, μια κοινή Ανώτατη Αρχή εποπτεύει την αγορά, την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού, καθώς και τη διαφάνεια των τιμών. Τα θεσμικά όργανα, με τη σημερινή τους μορφή, προέρχονται από τη συνθήκη ΕΚΑΧ.

ΓΕΝΕΣΗ

Ο πρώτος κοινοτικός οργανισμός γεννήθηκε μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όταν κρίθηκε αναγκαία η οικονομική ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής ηπείρου και η εξασφάλιση διαρκούς ειρήνης.

Στο πλαίσιο αυτό γεννήθηκε η ιδέα να τεθεί το σύνολο της γαλλογερμανικής παραγωγής άνθρακα και χάλυβα υπό από μια κοινή αρχή και δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ). Η απόφαση αυτή δεν βασίστηκε μόνο σε οικονομικούς λόγους, αλλά και σε πολιτικούς, δεδομένου ότι οι δύο αυτές πρώτες ύλες βρίσκονταν στη βάση της βιομηχανίας και της ισχύος των εν λόγω δύο χωρών. Βασικός πολιτικός στόχος αυτής της απόφασης ήταν η ενίσχυση της γαλλογερμανικής αλληλεγγύης, η απομάκρυνση του φόβου του πολέμου και η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλικής Δημοκρατίας, Robert Schuman, προτείνει, στην περίφημη δήλωσή του της 9ης Μαΐου 1950, να τεθεί η γαλλογερμανική παραγωγή άνθρακα και χάλυβα υπό μια κοινή Ανώτατη Αρχή, στο πλαίσιο μιας οργάνωσης ανοικτής στη συμμετοχή και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες αποδέχονται την πρόκληση και αρχίζουν τη διαπραγμάτευση μιας συνθήκης. Η εξέλιξη αυτή ήταν αντίθετη με την αρχική επιθυμία του Jean Monnet, Γάλλου αξιωματούχου και εμπνευστή της ιδέας, ο οποίος είχε προτείνει έναν απλούστερο μηχανισμό τεχνοκρατικού χαρακτήρα. Ωστόσο, τα έξι ιδρυτικά κράτη δεν ήταν σε θέση να αποδεχθούν ένα απλό σχέδιο και συμφώνησαν σε εκατό περίπου άρθρα τα οποία αποτέλεσαν ένα περίπλοκο σύνολο.

Τέλος, η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα υπεγράφη στο Παρίσι, στις 18 Απριλίου 1951, και τέθηκε σε εφαρμογή στις 23 Ιουλίου 1952, για περιορισμένη διάρκεια 50 ετών. Η ισχύς της συνθήκης έληξε στις 23 Ιουλίου 2002.

Η κοινή αγορά που προέβλεπε η συνθήκη τέθηκε σε λειτουργία στις 10 Φεβρουαρίου 1953 όσον αφορά τον άνθρακα, τα σιδηρομεταλλεύματα και τα παλιοσίδερα και την 1η Μαΐου 1953 για τον χάλυβα.

ΣΤΟΧΟΙ

Στόχος της συνθήκης ΕΚΑΧ είναι να συμβάλει, χάρη στη δημιουργία κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα, στην οικονομική ανάπτυξη, στην αύξηση της απασχόλησης και στην ανύψωση του βιοτικού επιπέδου, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 της συνθήκης. Ως εκ τούτου, τα θεσμικά όργανα οφείλουν να μεριμνούν για τον τακτικό εφοδιασμό της κοινής αγοράς, διασφαλίζοντας ίση πρόσβαση στις πηγές παραγωγής, τη θέσπιση των χαμηλότερων δυνατών τιμών και τη βελτίωση των όρων διαβίωσης και εργασίας του εργατικού δυναμικού. Συγχρόνως, τα θεσμικά όργανα οφείλουν να προάγουν την ανάπτυξη διεθνών συναλλαγών και τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής.

Εν όψει της εγκαθίδρυσης της κοινής αγοράς, η συνθήκη θεσπίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων δίχως την επιβολή δασμών ή φορολογικών επιβαρύνσεων. Επίσης, η συνθήκη απαγορεύει όλα τα μέτρα ή τις πρακτικές που εισάγουν διακρίσεις, τις επιδοτήσεις, τις ενισχύσεις ή τις ειδικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται από τα κράτη, καθώς και τις περιοριστικές πρακτικές.

ΔΟΜΗ

Η συνθήκη περιλαμβάνει τέσσερις τίτλους. Ο πρώτος αφορά την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, ο δεύτερος τα όργανα της Κοινότητας, ο τρίτος τις οικονομικές και κοινωνικές διατάξεις και ο τέταρτος τις γενικές διατάξεις. Περιέχει επίσης δύο πρωτόκολλα, ένα για τον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα και ένα άλλο για τις σχέσεις της ΕΚΑΧ με το Συμβούλιο της Ευρώπης. Τέλος, περιλαμβάνει σύμβαση για τις μεταβατικές διατάξεις που αφορούν την εφαρμογή της συνθήκης, τις σχέσεις της Κοινότητας με τις τρίτες χώρες και τα γενικά μέτρα διασφαλίσεως.

ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Τα θεσμικά όργανα, με τη σημερινή τους μορφή, προέρχονται από τη συνθήκη ΕΚΑΧ. Η συνθήκη εγκαθιδρύει την Ανώτατη Αρχή, τη Συνέλευση, το Συμβούλιο Υπουργών και το Δικαστήριο. Η Κοινότητα διαθέτει νομική προσωπικότητα.

Η Ανώτατη Αρχή είναι το ανεξάρτητο εκτελεστικό συλλογικό όργανο, που έχει ως αποστολή να μεριμνά για την υλοποίηση των στόχων που καθορίζονται στη συνθήκη και να ενεργεί προς το γενικό συμφέρον της Κοινότητας. Αποτελείται από εννέα μέλη (εκ των οποίων έως δύο μπορούν να έχουν την ίδια εθνικότητα) τα οποία διορίζονται για έξι έτη. Πρόκειται για μία πραγματικά υπερεθνική αρχή η οποία διαθέτει εξουσία λήψης αποφάσεων. Η εν λόγω Αρχή μεριμνά για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και τη βελτίωση της ποιότητάς της, για τη διάθεση των προϊόντων υπό τις ίδιες συνθήκες, για την προώθηση των κοινών εξαγωγών και, τέλος, για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στις βιομηχανίες άνθρακα και χάλυβα. Η Ανώτατη Αρχή λαμβάνει αποφάσεις, διατυπώνει συστάσεις και εκφέρει γνώμες. Επικουρείται στο έργο της από μια συμβουλευτική επιτροπή που απαρτίζεται από εκπροσώπους των παραγωγών, των εργαζομένων, των καταναλωτών και των εμπόρων.

Η Συνέλευση απαρτίζεται από 78 βουλευτές, αντιπροσώπους των εθνικών κοινοβουλίων: 18 από τη Γερμανία, 18 από τη Γαλλία, 18 από την Ιταλία, 10 από το Βέλγιο, 10 από τις Κάτω Χώρες και 4 από το Λουξεμβούργο. Βάσει της συνθήκης, η Συνέλευση έχει ελεγκτικές αρμοδιότητες.

Το Συμβούλιο απαρτίζεται από έξι αντιπροσώπους των εθνικών κυβερνήσεων. Η προεδρία ασκείται εκ περιτροπής από κάθε κράτος μέλος του Συμβουλίου για περίοδο τριών μηνών. Ρόλος του Συμβουλίου είναι να εναρμονίζει τη δράση της Ανώτατης Αρχής και τη γενικότερη οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων. Η σύμφωνη γνώμη του είναι αναγκαία για τις σημαντικές αποφάσεις που λαμβάνει η Ανώτατη Αρχή.

Το Δικαστήριο αποτελείται από επτά δικαστές οι οποίοι διορίζονται κατόπιν κοινής συμφωνίας των κυβερνήσεων των κρατών μελών για περίοδο έξι ετών. Το δικαστήριο εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της συνθήκης.

ΑΠΟΣΤΟΛΗ

Η συνθήκη προβλέπει παρεμβάσεις της Ανώτατης Αρχής με βάση τις πληροφορίες που οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να της παρέχουν και τις προβλέψεις όσον αφορά την παραγωγή άνθρακα και χάλυβα. Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η ΕΚΑΧ διαθέτει μέσα πληροφόρησης και αρμοδιότητες διαβούλευσης, οι οποίες συμπληρώνονται από τη δυνατότητα πραγματοποίησης ελέγχων. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επιχειρήσεις δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους έναντι της Ανωτάτης Αρχής, η τελευταία έχει το δικαίωμα να επιβάλλει κυρώσεις, μεταξύ άλλων, πρόστιμα (το ανώτατο ποσό των οποίων είναι 1 % του ετήσιου κύκλου εργασιών) και χρηματικές ποινές (5 % του μέσου ημερησίου κύκλου εργασιών για κάθε ημέρα καθυστέρησης).

Με βάση αυτές τις πληροφορίες, πραγματοποιούνται προβλέψεις για τον προσανατολισμό της δράσης των ενδιαφερομένων και για τον καθορισμό της δράσης της ΕΚΑΧ. Η ΕΚΑΧ διεξάγει, από την πλευρά της, μελέτες για την εξέλιξη των τιμών και των αγορών προκειμένου να συμπληρώνει τις πληροφορίες που της παρέχουν οι επιχειρήσεις και οι διάφορες ενώσεις.

Η χρηματοδότηση της ΕΚΑΧ προέρχεται από εισφορές επί της παραγωγής άνθρακα και χάλυβα και από τη σύναψη δανείων. Οι εισφορές προορίζονται για την κάλυψη διοικητικών δαπανών και της μη επιστρεπτέας ενίσχυσης που προβλέπεται για ενέργειες αναπροσαρμογής, καθώς και για την κάλυψη δαπανών που διατίθενται για την ενθάρρυνση της τεχνικής και οικονομικής έρευνας. Τα κεφάλαια δανείων δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν παρά μόνο για τη χορήγηση δανείων.

Στον τομέα των επενδύσεων, εκτός από τη χορήγηση δανείων, η ΕΚΑΧ δύναται να χορηγεί εγγυήσεις για τα δάνεια που συνάπτουν οι επιχειρήσεις με τρίτους. Επίσης, η ΕΚΑΧ έχει τη δυνατότητα να κατευθύνει τις επενδύσεις τις οποίες δεν χρηματοδοτεί.

Όσον αφορά την παραγωγή, η ΕΚΑΧ διαδραματίζει κυρίως έμμεσο, επικουρικό ρόλο, μέσω της συνεργασίας με τις κυβερνήσεις και τις παρεμβάσεις στον τομέα των τιμών και της εμπορικής πολιτικής. Ωστόσο, σε περίπτωση μείωσης της ζήτησης ή ανεπαρκούς παραγωγής, η ΕΚΑΧ δύναται να παρεμβαίνει άμεσα, είτε με την επιβολή ποσοστώσεων με στόχο την οργανωμένη μείωση της παραγωγής, είτε, σε περίπτωση ανεπαρκούς παραγωγής, με τον καθορισμό προτεραιοτήτων κατανάλωσης, την κατανομή των πόρων και τον καθορισμό του επιπέδου των εξαγωγών στο πλαίσιο των προγραμμάτων παραγωγής.

Σε ό,τι αφορά τον καθορισμό των τιμών, η συνθήκη απαγορεύει κάθε πρακτική που εισάγει διακρίσεις, κάθε αθέμιτη πρακτική ανταγωνισμού και κάθε πρακτική που εισάγει διακρίσεις υπό μορφή εφαρμογής άνισων όρων σε συγκρίσιμες συναλλαγές. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται επίσης στον τομέα των μεταφορών.

Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως όταν διαπιστώνει ότι υφίσταται ή επίκειται έκδηλη κρίση, η Ανώτατη Αρχή δύναται να καθορίζει ανώτατες ή ελάχιστες τιμές εξαγωγής στο εσωτερικό της Κοινότητας.

Προκειμένου να διασφαλίζει τον ελεύθερο ανταγωνισμό, η Ανώτατη Αρχή πρέπει να είναι ενήμερη για όλες τις δράσεις των κρατών μελών που ενδέχεται να τον θέτουν σε κίνδυνο. Επίσης, η συνθήκη πραγματεύεται τρεις συγκεκριμένες περιπτώσεις που είναι δυνατόν να στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό: τις συμπράξεις, τις συγκεντρώσεις και τις καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης. Η Ανώτατη Αρχή μπορεί να απαγορεύει τις συμπράξεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων εάν διαπιστώσει ότι αυτές τείνουν άμεσα ή έμμεσα να παρεμποδίζουν, να περιορίζουν ή να νοθεύουν τον ανταγωνισμό.

Οι μισθοί και η διακίνηση του εργατικού δυναμικού αποτελούν ένα άλλο κεφάλαιο της συνθήκης. Αν και οι μισθοί εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, η Ανώτατη Αρχή δύναται να παρεμβαίνει σε περιπτώσεις ασυνήθιστα χαμηλών μισθών ή μειώσεων των μισθών, υπό ορισμένους όρους που ορίζονται ρητά στη συνθήκη.

Η Ανώτατη Αρχή δύναται να χορηγεί χρηματοδοτική βοήθεια για προγράμματα που αποσκοπούν στην εξάλειψη των αρνητικών επιπτώσεων στο εργατικό δυναμικό από την εισαγωγή νέων τεχνολογικών μεθόδων ή νέου εξοπλισμού στη βιομηχανία (αποζημιώσεις, επιδόματα και επαγγελματική επιμόρφωση).

Όσον αφορά την κινητικότητα του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, η συνθήκη προβλέπει την κατάργηση, από την πλευρά των κρατών, των περιορισμών στην εργασία λόγω εθνικότητας. Για άλλες κατηγορίες εργαζομένων, και σε περίπτωση έλλειψης εργατικού δυναμικού, τα κράτη μέλη καλούνται να προβαίνουν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στον τομέα της μετανάστευσης προκειμένου να διευκολύνουν την πρόσληψη αλλοδαπών εργαζομένων.

Η συνθήκη περιλαμβάνει επίσης διατάξεις για την εμπορική πολιτική της ΕΚΑΧ έναντι τρίτων χωρών. Αν και δεν θίγεται η αρμοδιότητα των κυβερνήσεων των κρατών μελών, η Κοινότητα έχει ορισμένα προνόμια, όπως ο καθορισμός μέγιστων και ελάχιστων δασμολογικών συντελεστών, ο έλεγχος της χορήγησης αδειών εξαγωγής ή εισαγωγής και το δικαίωμα να ενημερώνεται σχετικά με τις εμπορικές συνθήκες που συνάπτονται στον τομέα του άνθρακα και του χάλυβα.

27. Η Ανώτατη Αρχή διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο και σε έναν άλλο τομέα. Πρόκειται για τις περιπτώσεις ντάμπινγκ, χρησιμοποίησης από επιχειρήσεις, που δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα της Κοινότητας, μέσων ανταγωνισμού που αντιβαίνουν στη συνθήκη ή σημαντικής αύξησης των εισαγωγών που μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ζημία στην κοινοτική παραγωγή.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Ο απολογισμός της ΕΚΑΧ είναι θετικός. Η Κοινότητα κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τις διάφορες κρίσεις, διασφαλίζοντας μια ισόρροπη ανάπτυξη της παραγωγής και της διανομής των πόρων και συμβάλλοντας στις αναγκαίες βιομηχανικές αναδιαρθρώσεις και μετατροπές. Η παραγωγή χάλυβα τετραπλασιάστηκε σε σχέση με τη δεκαετία του ΄50. Ο παραγόμενος χάλυβας είναι καλύτερης ποιότητας, φθηνότερος και καθαρότερος. Όσον αφορά τον άνθρακα, η παραγωγή του μειώθηκε, καθώς και το απασχολούμενο εργατικό δυναμικό. Ωστόσο, ο τομέας επέτυχε υψηλό επίπεδο τεχνολογικής ανάπτυξης, ασφάλειας και περιβαλλοντικής ποιότητας. Τα συστήματα κοινωνικής διαχείρισης της ΕΚΑΧ (πρόωρη συνταξιοδότηση, προσωρινές αποζημιώσεις, ενισχύσεις για την κινητικότητα, επιμόρφωση) απεδείχθησαν ιδιαίτερα αποτελεσματικά μέσα αντιμετώπισης των κρίσεων.

ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΚΑΧ

Πενήντα έτη μετά την έναρξη ισχύος της, η συνθήκη έληξε όπως προβλεπόταν στις 23 Ιουλίου 2002. Πριν από την κατάργησή της, είχε τροποποιηθεί επανειλημμένως με τις ακόλουθες συνθήκες: συνθήκη συγχώνευσης (Βρυξέλλες 1965), συνθήκες που επιφέρουν τροποποιήσεις σε ορισμένες δημοσιονομικές διατάξεις (1970 και 1975), συνθήκη για τη Γροιλανδία (1984), συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ, Μάαστριχτ, 1992), ενιαία ευρωπαϊκή πράξη (1986), συνθήκη του Άμστερνταμ (1997), συνθήκη της Νίκαιας (2001) και συνθήκες προσχώρησης (1972, 1979, 1985 και 1994).

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 και σε συνέχεια διεξοδικών συζητήσεων, η λήξη της συνθήκης ΕΚΑΧ θεωρήθηκε ως η πλέον ενδεδειγμένη λύση, σε σχέση με την ανανέωση της συνθήκης ή μια συμβιβαστική λύση. Συνεπώς, η Επιτροπή πρότεινε μια προοδευτική ενσωμάτωση των δύο συγκεκριμένων τομέων στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Οι κανόνες αυτής της συνθήκης εφαρμόζονται από την κατάργηση της συνθήκης ΕΚΑΧ στο εμπόριο άνθρακα και χάλυβα.

Ένα πρωτόκολλο σχετικά με τις χρηματοοικονομικές συνέπειες της λήξης της συνθήκης ΕΚΑΧ καθώς και με τη δημιουργία και τη διαχείριση του ταμείου έρευνας για τον άνθρακα και το χάλυβα επισυνάφθηκε στη συνθήκη της Νίκαιας. Το πρωτόκολλο αυτό ρυθμίζει τη μεταβίβαση όλων των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της ΕΚΑΧ στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η καθαρή αξία των περιουσιακών αυτών στοιχείων διατίθεται για την έρευνα στους τομείς που συνδέονται με τη βιομηχανία άνθρακα και χάλυβα.

Οι αποφάσεις του Φεβρουαρίου 2003 περιέχουν τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή των διατάξεων του πρωτοκόλλου, τις δημοσιονομικές κατευθυντήριες γραμμές και τις διατάξεις που αφορούν το Ταμείο Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα.

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΗΛΘΑΝ ΣΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ

Η συνθήκη ΕΚΑΧ τροποποιήθηκε με τις ακόλουθες συνθήκες:

  • Συνθήκη των Βρυξελλών, γνωστή ως «συνθήκη συγχώνευσης» (1965)
    Η συνθήκη αυτή αντικαθιστά τα τρία Συμβούλια Υπουργών (ΕΟΚ, ΕΚΑΧ και Ευρατόμ), αφενός, και τις δύο Επιτροπές (ΕΟΚ, Ευρατόμ) και την Ανώτατη Αρχή (ΕΚΑΧ), αφετέρου, με ενιαίο Συμβούλιο και ενιαία Επιτροπή. Στη διοικητική αυτή συγχώνευση προστίθεται ένας ενιαίος προϋπολογισμός λειτουργίας.
  • Συνθήκη που επιφέρει τροποποιήσεις σε ορισμένες δημοσιονομικές διατάξεις (1970)
    Η συνθήκη αυτή αντικαθιστά το σύστημα χρηματοδότησης των Κοινοτήτων από συνεισφορές των κρατών μελών με ένα σύστημα ιδίων πόρων. Θεσπίζει επίσης έναν ενιαίο προϋπολογισμό για τις Κοινότητες.
  • Συνθήκη που επιφέρει τροποποιήσεις σε ορισμένες δημοσιονομικές διατάξεις (1975)
    Η συνθήκη αυτή δίνει το δικαίωμα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να απορρίπτει τον προϋπολογισμό και να χορηγεί απαλλαγή στην Επιτροπή για την εκτέλεσή του. Θεσπίζει ενιαίο Ελεγκτικό Συνέδριο για τις τρεις Κοινότητες, οργανισμό λογιστικού ελέγχου και δημοσιονομικής διαχείρισης.
  • Συνθήκη για τη Γροιλανδία (1984)
    η συνθήκη αυτή θέτει τέλος στην εφαρμογή των συνθηκών στα εδάφη της Γροιλανδίας και θεσπίζει ειδικές σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Γροιλανδίας, με βάση το καθεστώς που εφαρμόζεται στα υπερπόντια εδάφη.
  • Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1986)
    Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη συνιστά την πρώτη ουσιαστική μεταρρύθμιση των συνθηκών. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη διευρύνει τις περιπτώσεις ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο, ενισχύει τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (διαδικασία συνεργασίας) και διευρύνει τις κοινοτικές αρμοδιότητες. Θέτει, επίσης, το 1992 ως χρονικό όριο για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς.
  • Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, γνωστή ως «Συνθήκη του Μάαστριχτ» (1992)
    Η συνθήκη του Μάαστριχτ συγκεντρώνει στο ίδιο κείμενο την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις τρεις Κοινότητες (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) και τις θεσμικές συνεργασίες στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής, της πολιτικής άμυνας, της επιβολής του νόμου και της δικαιοσύνης. Μετονομάζει την ΕΟΚ σε ΕΚ. Επίσης, η συνθήκη αυτή δημιουργεί την οικονομική και νομισματική ένωση, θεσπίζει νέες κοινοτικές πολιτικές (εκπαίδευση, πολιτισμός) και διευρύνει τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (διαδικασία της συναπόφασης).
  • Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997)
    Η συνθήκη του Άμστερνταμ ενισχύει τις αρμοδιότητες της Ένωσης με τη θέσπιση κοινοτικής πολιτικής απασχόλησης, την κοινοτικοποίηση ορισμένων θεμάτων που υπάγονταν προηγουμένως στη διακυβερνητική συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, τη θέσπιση μέτρων που στοχεύουν να φέρουν την Ένωση πιο κοντά στους πολίτες και τη δυνατότητα στενότερης συνεργασίας μεταξύ ορισμένων κρατών μελών (ενισχυμένη συνεργασία). Επίσης, επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας συναπόφασης, καθώς και της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία και προβλέπει την απλούστευση και μια νέα αρίθμηση των άρθρων των συνθηκών.
  • Συνθήκης της Νίκαιας (2001)
    Η συνθήκη της Νίκαιας αφορά ουσιαστικά τα «υπόλοιπα» του Άμστερνταμ, δηλαδή τα θεσμικά προβλήματα που σχετίζονται με τη διεύρυνση, τα οποία δεν διευθετήθηκαν το 1997. Πρόκειται για τη σύνθεση της Επιτροπής, για τη στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο και για την επέκταση των περιπτώσεων λήψης απόφασης με ειδική πλειοψηφία. Η εν λόγω συνθήκη απλοποιεί επίσης τους κανόνες για την εφαρμογή της ενισχυμένης συνεργασίας και καθιστά αποτελεσματικότερο το δικαιοδοτικό σύστημα.
  • Συνθήκη της Λισσαβόνας (2007)
    Η συνθήκη της Λισσαβόνας προβαίνει σε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις. Θέτει τέλος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, καταργεί την παλαιά αρχιτεκτονική της ΕΕ και προβαίνει σε νέα κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ΕΕ και κρατών μελών. Ο τρόπος λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και η διαδικασία λήψης αποφάσεων έχουν επίσης υποστεί τροποποιήσεις. Στόχος είναι να βελτιωθεί η διαδικασία λήψης αποφάσεων σε μία διευρυμένη Ένωση των 27 κρατών μελών. Επίσης, η συνθήκη της Λισσαβόνας μεταρρυθμίζει πολλές εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές της ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, επιτρέπει στα θεσμικά όργανα να νομοθετούν και να εγκρίνουν μέτρα σε νέους τομείς πολιτικών.

Η συνθήκη ΕΚΑΧ τροποποιήθηκε επίσης με τις ακόλουθες συνθήκες προσχώρησης:

  • Συνθήκη προσχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου, της Δανίας και της Ιρλανδίας (1972), με την οποία αυξάνεται ο αριθμός των κρατών μελών από έξι σε εννέα.
  • Συνθήκη προσχώρησης της Ελλάδας (1979)
  • Συνθήκη προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας (1985), με την οποία αυξάνεται ο αριθμός των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας από δέκα σε δώδεκα.
  • Συνθήκη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας (1994), με την οποία αυξάνεται ο αριθμός των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε δεκαπέντε.
  • Συνθήκη προσχώρησης της Κύπρου, της Εσθονίας, της Ουγγαρίας, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Σλοβακίας και της Σλοβενίας (2003)
    Με την εν λόγω συνθήκη αυξάνεται ο αριθμός των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας από δεκαπέντε σε είκοσι πέντε.
  • Συνθήκη προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας (2005). Με την εν λόγω συνθήκη αυξάνεται ο αριθμός των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας από είκοσι πέντε σε είκοσι επτά.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ΣυνθήκεςΗμερομηνία υπογραφήςΈναρξη ισχύοςΕπίσημη Εφημερίδα
Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα18.4.195123.7.1952
Έληξε στις 23.07.2002
Δεν έχει δημοσιευθεί
Συνθήκη Συγχώνευσης8.4.19651.7.1967ΕΕ 152 της 13.7.1967
Συνθήκη για την τροποποίηση ορισμένων δημοσιονομικών διατάξεων22.4.19701.1.1971ΕΕ L 2 της 2.1.1971
Συνθήκη για την τροποποίηση ορισμένων δημοσιονομικών διατάξεων22.7.19751.6.1977ΕΕ L 359 της 31.12.1977
Συνθήκη για τη Γροιλανδία13.3.19841.1.1985ΕΕ L 29 της 01.2.1985
Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη28.2.19861.7.1987ΕΕ L 169 της 29.6.1987
Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (συνθήκη του Μάαστριχτ)7.2.19921.11.1993ΕΕ C 191 της 29.7.1992
Συνθήκη του Άμστερνταμ2.10.19971.5.1999ΕΕ C 340 της 10.11.1997
Συνθήκη της Νίκαιας26.2.20011.2.2003ΕΕ C 80 της 10.3.2001
Συνθήκη της Λισσαβόνας13.12.20071.12.2009

ΕΕ C 306 της 17.12.2007

Συνθήκες ΠροσχώρησηςΗμερομηνία υπογραφήςΈναρξη ισχύοςΕπίσημη Εφημερίδα
Συνθήκη προσχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας22.1.19721.1.1973ΕΕ L 73 της 27.3.1972
Συνθήκη προσχώρησης της Ελλάδας28.5.19791.1.1981ΕΕ L 291 της 19.11.1979
Συνθήκη προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας12.6.19851.1.1986ΕΕ L 302 της 15.11.1985
Συνθήκη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας24.6.19941.1.1995ΕΕ C 241 της 29.8.1994
Συνθήκη προσχώρησης των δέκα νέων κρατών μελών16.4.20031.5.2004ΕΕ L 236 της 23.9.2003 
Συνθήκη προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας25.4.20051.1.2007ΕΕ L 157 της 21.6.2005 

Τα εν λόγω δελτία δεν δεσμεύουν νομικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δε καλύπτουν διεξοδικά το θέμα και δεν ερμηνεύουν το κείμενο της συνθήκης.

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 15.10.2010
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας