RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σκοπός της συνθήκης της Λισσαβόνας είναι να βελτιώσει τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), προσαρμόζοντάς το παράλληλα στις εξελίξεις τού ευρωπαϊκού δικαίου. Έτσι, πραγματοποιείται μεταρρύθμιση στο εσωτερικό τού Δικαστηρίου της ΕΕ, με τροποποιήσεις ως προς τη δομή του και ως προς την ονομασία των δικαστικών αρχών. Με τη συνθήκη της Λισσαβόνας, ενισχύεται επίσης ο δικαστικός έλεγχος που ασκεί το Δικαστήριο, καθώς του ανατίθενται νέες αρμοδιότητες και καθώς ο έλεγχός που ασκεί διευρύνεται και σε άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Η συνθήκη της Λισσαβόνας τροποποιεί την ίδια την ονομασία των δικαστικών αρχών της ΕΕ. Στο εξής, με τον όρο Δικαστήριο της ΕΕ νοείται το σύνολο του δικαστικού συστήματος της ΕΕ, το οποίο αποτελείται από:

  • το Δικαστήριο·
  • το Γενικό Δικαστήριο, πρώην «Πρωτοδικείο»·
  • τα ειδικευμένα δικαστήρια, πρώην «δικαιοδοτικά τμήματα».

Αυτές οι αλλαγές ονομασίας έχουν ως στόχο να αποσαφηνίσουν το δικαστικό σύστημα της ΕΕ και δεν επιφέρουν καμία τροποποίηση στα προνόμια των εν λόγω δικαστικών αρχών.

Επίσης, η συνθήκη της Λισσαβόνας βελτιώνει την ευελιξία του δικαστικού συστήματος της ΕΕ. Έτσι, η τροποποίηση του Οργανισμού του Δικαστηρίου και η σύσταση ειδικευμένων δικαστηρίων υπάγονται πλέον στη συνήθη νομοθετική διαδικασία και όχι σε ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου.

Η διαδικασία διορισμού των δικαστών και των γενικών εισαγγελέων τροποποιείται αισθητά. Στο εξής, η συνθήκη της Λισσαβόνας θεσπίζει μία συμβουλευτική επιτροπή για το διορισμό τους. Ο αριθμός των γενικών εισαγγελέων, που σήμερα ανέρχεται σε 8, αυξάνεται εξάλλου σε 11.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Η συνθήκη της Λισσαβόνας επεκτείνει το δικαστικό έλεγχο του Δικαστηρίου στις πράξεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Εξάλλου, εναρμονίζει τις διατάξεις που αφορούν τις πράξεις των οργάνων και των φορέων της ΕΕ. Στο εξής, οι πράξεις αυτές μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγών ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΕ.

Επίσης, η συνθήκη της Λισσαβόνας διευρύνει τη δυνατότητα προσφυγής και σε νέους προσφεύγοντες. Έτσι, τα εθνικά κοινοβούλια και η Επιτροπή των Περιφερειών μπορούν να ζητούν την ακύρωση των πράξεων εκείνων τις οποίες θεωρούν αντίθετες προς την αρχή της επικουρικότητας. Επίσης, η Επιτροπή των Περιφερειών μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο της ΕΕ για τη διαφύλαξη των προνομίων της.

Η συνθήκη της Λισσαβόνας επιφέρει μικρότερης σημασίας προσαρμογές στις προσφυγές που ασκούν οι ιδιώτες. Οι τελευταίοι μπορούν στο εξής να ασκούν προσφυγές κατά κανονιστικών πράξεων, οι οποίες δεν απαιτούν εκτελεστικά μέτρα. Αντίθετα, εξακολουθούν να ισχύουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού, οι οποίες απαιτούν η προσβαλλόμενη πράξη να αφορά άμεσα και ατομικά τους ιδιώτες.

Τέλος, η συνθήκη της Λισσαβόνας απλοποιεί το μηχανισμό κυρώσεων σε περίπτωση μη εκτέλεσης μίας απόφασης. Η Επιτροπή μπορεί πλέον να προσφύγει στο Δικαστήριο, εφόσον έχει προηγουμένως ειδοποιήσει ένα κράτος μέλος να εκτελέσει μία απόφαση. Έτσι καταργείται το ενδιάμεσο στάδιο κατά το οποίο η Επιτροπή καλείτο να διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη.

Η συνθήκη της Λισσαβόνας απλοποιεί επίσης και τη διαδικασία προσφυγής λόγω παραβάσεως, σε περίπτωση που κράτος μέλος δεν γνωστοποιήσει τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να ασκήσει ταυτόχρονα προσφυγή λόγω παραβάσεως και να ζητήσει την επιβολή χρηματικής ποινής, ενώ στο παρελθόν ήταν απαραίτητες δύο ξεχωριστές διαδικασίες.

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

Ο δικαστικός έλεγχος που ασκεί το Δικαστήριο επεκτείνεται στο χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Στο εξής, οι πράξεις που αφορούν τις θεωρήσεις, το άσυλο, τη μετανάστευση και άλλες πολιτικές που σχετίζονται με την ελεύθερη κυκλοφορία των ατόμων μπορούν να αποτελούν αντικείμενο προσφυγών, πράγμα που συνιστά ένα σημαντικό βήμα προόδου για την ευρωπαϊκή οικοδόμηση. Ωστόσο, η συνθήκη της Λισσαβόνας θεσπίζει περιορισμούς σε αυτόν το νέο δικαστικό έλεγχο. Πράγματι, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφαίνεται επί των αστυνομικών επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται από ένα κράτος μέλος, ή επί των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών ως προς την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας.

Στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, εξακολουθεί να ισχύει η αρχή του αποκλεισμού της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Ωστόσο, η συνθήκη της Λισσαβόνας προβλέπει δύο εξαιρέσεις, των οποίων επιλαμβάνεται το Δικαστήριο:

  • κατά περιοριστικών μέτρων που έχει λάβει η Ένωση έναντι φυσικών ή νομικών προσώπων (άρθρο 275 της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ)·
  • για τις διεθνείς συμφωνίες· σε περίπτωση αρνητικής γνώμης του Δικαστηρίου, η εν λόγω συμφωνία μπορεί να τεθεί σε ισχύ μόνον εφόσον τροποποιηθεί, ή εάν αναθεωρηθούν οι Συνθήκες (άρθρο 218 της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ).

ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

ΆρθραΘέμα

Συνθήκη για την ΕΕ

19

Ρόλος και σύσταση του Δικαστηρίου της ΕΕ

Συνθήκη για τη λειτουργία της ΕΕ

251 έως 281

Τρόπος λειτουργίας και αρμοδιότητες του Δικαστηρίου της ΕΕ

Το παρόν δελτίο διανέμεται ενημερωτικά. Δεν έχει ως στόχο να ερμηνεύσει ή να αντικαταστήσει το έγγραφο αναφοράς, που παραμένει η μόνη δεσμευτική νομική βάση.

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 22.01.2010
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας