RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 11 γλώσσες

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η συνθήκη του Μάαστριχτ όρισε ότι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους θεωρείται ως πολίτης της Ένωσης. Η καθιέρωση της ευρωπαϊκής ιθαγένειας αποβλέπει στην ενίσχυση και στην προώθηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας, με τη μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία της κοινοτικής ολοκλήρωσης. Χάρη στην ανάπτυξη της ενιαίας αγοράς, οι πολίτες έχουν ορισμένα γενικά δικαιώματα σε διάφορους τομείς όπως η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών, η προστασία των καταναλωτών και της δημόσιας υγείας, η ισότητα των ευκαιριών και της μεταχείρισης, η πρόσβαση στην απασχόληση και στην κοινωνική προστασία. Επιπλέον, η ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνει διατάξεις και ειδικά δικαιώματα που συγκεντρώνονται σε τέσσερις κατηγορίες:

  • ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή στην επικράτεια της Ένωσης,
  • δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις κοινοτικές και δημοτικές εκλογές στο κράτος μέλος κατοικίας,
  • διπλωματική και προξενική προστασία κάθε κράτους μέλους στο έδαφος τρίτων χωρών στις οποίες δεν αντιπροσωπεύεται το κράτος μέλος του οποίου ο πολίτης είναι υπήκοος,
  • δικαίωμα αναφοράς προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και πρόσβασης στο διαμεσολαβητή.

Παρόλο που η άσκηση αυτών των δικαιωμάτων υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς που προβλέπονται στις συνθήκες ή στο παράγωγο δίκαιο όπως και στην κατοχή της ευρωπαϊκής ιθαγένειας, το δικαίωμα πρόσβασης στο διαμεσολαβητή και αναφοράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ισχύει για όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος των κρατών μελών της Ένωσης. Παρομοίως, τα ανθρώπινα δικαιώματαισχύουν για κάθε άτομο που κατοικεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η συνθήκη του Άμστερνταμ συμπληρώνει τον κατάλογο των δικαιωμάτων του πολίτη της Ένωσης και διευκρινίζει τη σχέση μεταξύ εθνικής ιθαγένειας και ευρωπαϊκής ιθαγένειας.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Η ιθαγένεια της Ένωσης και τα δικαιώματα που συνεπάγεται πρέπει να εξεταστούν διαχρονικά προκειμένου να κατανοηθεί η δυναμική της διαδικασίας που άρχισε με τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (υπογράφηκε στη Ρώμη το 1957). Η συνθήκη αυτή προβλέπει το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Το δικαίωμα αυτό συνδεόταν στενά με τις οικονομικές δραστηριότητες, δηλαδή: τη μισθωτή εργασία, τα ελεύθερα επαγγέλματα ή την παροχή υπηρεσιών. Έτσι, το δικαίωμα διαμονής στο έδαφος της Κοινότητας αναγνωρίστηκε αρχικά μόνον για τους μισθωτούς εργαζόμενους, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τα μέλη των οικογενειών τους, και σε σχέση με το δικαίωμα άσκησης μιας επαγγελματικής δραστηριότητας στο ίδιο αυτό έδαφος.

Η ενιαία ευρωπαϊκή πράξη (1986) πρόσθεσε στη συνθήκη της Ρώμης τη βούληση να δημιουργηθεί ένας χώρος χωρίς σύνορα και να καταργηθούν στα εσωτερικά σύνορα οι έλεγχοι των προσώπων ανεξάρτητα από την υπηκοότητά τους. Δυστυχώς, ο χώρος αυτός δεν υλοποιήθηκε πριν την τελική προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 1992 όπως είχε προβλεφθεί. Η δυναμική της ενιαίας πράξης παρακίνησε ωστόσο το Συμβούλιο το 1990 να επεκτείνει το δικαίωμα διαμονής στα πρόσωπα που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα, με την προϋπόθεση ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους και κοινωνική κάλυψη. Το γενικευμένο αυτό δικαίωμα κυκλοφορίας και διαμονής των προσώπων επιβεβαιώθηκε με τη θέσπιση της ιθαγένειας της Ένωσης στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (1992). Το 1997, η συνθήκη του Άμστερνταμ έδωσε πολιτική λύση που επέτρεψε να προωθηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μέσω της ενσωμάτωσης της συμφωνίας του Σένγκεν στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ορισμένα κράτη μέλη επέλεξαν ωστόσο να έχουν ιδιαίτερο καθεστώς και να διατηρήσουν τους ελέγχους στα σύνορά τους με τα άλλα κράτη μέλη).

Εξάλλου, ήδη από το 1974, κατά τη διάσκεψη του Παρισιού, είχε εξεταστεί η παροχή "ειδικών δικαιωμάτων" στους υπηκόους της Οικονομικής Κοινότητας την εποχή εκείνη. Το 1992, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση εισήγαγε την ευρωπαϊκή ιθαγένεια στο πλαίσιο της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (άρθρο 17, πρώην άρθρο 8). Μετά την υπογραφή αυτής της συνθήκης, η δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Μπέρμινχαμ διευκρίνισε τον Οκτώβριο του 1992 τα όρια αυτής της ιθαγένειας: "... η ιθαγένεια της Ένωσης προσφέρει στους πολίτες μας περισσότερα δικαιώματα και μεγαλύτερη προστασία, και δεν αντικαθιστά σε καμία περίπτωση την εθνική τους ιθαγένεια". Εξάλλου, η επισυναπτόμενη δήλωση στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπενθυμίζει ότι "το θέμα του εάν ένα άτομο έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους ρυθμίζεται αποκλειστικά και μόνο από τη νομοθεσία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους".

Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχει, με τη θέσπιση της ιθαγένειας της Ένωσης, σε όλους τους πολίτες της Ένωσης το θεμελιώδες και προσωπικό δικαίωμα της κυκλοφορίας και της διαμονής, χωρίς αναφορά στην οικονομική δραστηριότητα. Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές στο κράτος μέλος όπου κατοικεί ο πολίτης, καθώς και το δικαίωμα της διπλωματικής και προξενικής προστασίας στο έδαφος τρίτων χωρών ενίσχυσαν το συναίσθημα της ύπαρξης μιας κοινής ιθαγένειας. Οι οδηγίες που θεσπίστηκαν το 1993 και το 1994 καθόρισαν τις διατάξεις εφαρμογής αυτών των δικαιωμάτων. Εξάλλου, η ίδια αυτή συνθήκη προβλέπει τη δυνατότητα εξέλιξης των δικαιωμάτων αυτών έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η συμπλήρωσή τους.

Εντούτοις, οι ευρωπαίοι πολίτες αντιμετωπίζουν πραγματικά εμπόδια τόσο σε πρακτικό όσο και νομικό επίπεδο όταν επιθυμούν να ασκήσουν το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο εσωτερικό της Ένωσης.

ΟΙ ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΟΥ ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ

Τροποποιήσεις πραγματοποιήθηκαν στα άρθρα 17 και 21 (πρώην άρθρα 8 και 8Δ) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που καθορίζουν την ευρωπαϊκή ιθαγένεια.

Καταρχάς, η συνθήκη του Άμστερνταμ διευκρινίζει τη σχέση μεταξύ της ευρωπαϊκής ιθαγένειας και της εθνικής. Αναφέρει με σαφήνεια ότι η "ιθαγένεια της Ένωσης συμπληρώνει και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια". Δύο πρακτικά συμπεράσματα απορρέουν από την προσθήκη αυτή:

  • είναι αναγκαίο για ένα πρόσωπο να έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους πριν αποκτήσει την ιθαγένεια της Ένωσης,
  • η ευρωπαϊκή ιθαγένεια επιτρέπει την απόκτηση δικαιωμάτων τα οποία συμπληρώνουν και προστίθενται στην εθνική ιθαγένεια.

Η συνθήκη του Μάαστριχτ προβλέπει επιπλέον ένα νέο δικαίωμα για τους ευρωπαίους πολίτες. Κάθε πολίτης της Ένωσης μπορεί πλέον να απευθύνεται γραπτώς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Δικαστήριο, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, στην Επιτροπή των Περιφερειών ή στο διαμεσολαβητήσε μία από τις 12 γλώσσες που αναφέρονται στις συνθήκες και να παίρνει απάντηση στην ίδια γλώσσα.

Υπενθυμίζεται ότι οι 12 αυτές γλώσσες είναι: η γερμανική, αγγλική, δανική, ισπανική, φινλανδική, γαλλική, ελληνική, ιρλανδική (ή γαελική), ιταλική, ολλανδική, πορτογαλική και σουηδική.

Τέλος, ένα νέο εδάφιο αναγράφεται στο προοίμιο της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Επιβεβαιώνει τη δέσμευση των κρατών μελών όσον αφορά την παιδεία των πληθυσμών τους. Κάθε κράτος μέλος αναλαμβάνει να παράσχει "το υψηλότερο δυνατό επίπεδο γνώσεων (...) μέσω της ευρείας πρόσβασης στην εκπαίδευση και το συνεχή εκσυγχρονισμό των γνώσεων".

βλέπε και

Για περαιτέρω ενημέρωση:

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας