RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής

Από το 1995, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής ερευνά, για τους ευρωπαίους πολίτες, τις καταγγελθείσες περιπτώσεις κακής διοικητικής πρακτικής εκ μέρους των θεσμικών και λοιπών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), δηλαδή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κλπ. Η παρούσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θεσπίζει το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους όρους άσκησης των καθηκόντων του.

ΠΡΑΞΗ

Απόφαση 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994 όσον αφορά το καθεστώς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή [Βλέπε πράξεις τροποποίησης].

ΣΥΝΟΨΗ

Με την εν λόγω απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θεσπίζονται το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, καθώς και οι όροι υπό τους οποίους ασκεί τα καθήκοντά του.

Αντιμετώπιση των περιπτώσεων κακής διοίκησης

Ο βασικός στόχος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή είναι η αντιμετώπιση των περιπτώσεων κακής διοίκησης από μέρους των κοινοτικών θεσμικών και λοιπών οργάνων. Προς τον σκοπό αυτό, αυτά τα θεσμικά και λοιπά όργανα υποχρεούνται να παράσχουν στο Διαμεσολαβητή τις ζητούμενες πληροφορίες και να αναφέρουν αν κάποια από αυτές τις πληροφορίες είναι απόρρητη. Σε τέτοια περίπτωση, η πρόσβαση στην πληροφορία ορίζεται από τους κανόνες ασφαλείας του εν λόγω θεσμικού ή άλλου οργάνου, όπως προβλέπει ο κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Είναι πιθανόν να ζητηθεί από τα κράτη μέλη να παράσχουν πληροφορίες στο Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, αν αυτές οι πληροφορίες καλύπτονται από νόμους περί του απορρήτου, ο Διαμεσολαβητής υποχρεούται να μην τις δημοσιεύσει. Σε περίπτωση που δεν του παρασχεθεί η αιτούμενη συνδρομή, ο Διαμεσολαβητής ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες.

Ο Διαμεσολαβητής δύναται να ενεργεί είτε με δική του πρωτοβουλία είτε μετά από καταγγελία. Ένας καταγγέλοντας μπορεί να προσφύγει στο Διαμεσολαβητή μέσω ενός Μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, χωρίς όμως αυτό να είναι υποχρεωτικό.

Δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων τους. Επίσης, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι αρμόδιος για την διερεύνηση περιπτώσεων κακής διοίκησης από μέρους των εθνικών, περιφερειακών ή τοπικών διοικήσεων των κρατών μελών. Εξάλλου, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να παρέμβει σε διαδικασία εκκρεμούσα ενώπιον δικαστικής αρχής, ούτε μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το βάσιμο μιας δικαστικής απόφασης.

Καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή

Τα πρόσωπα που επιθυμούν να υποβάλουν καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή οφείλουν να τηρούν ορισμένες προϋποθέσεις παραδεκτού όσον αφορά:

  • τον καταγγέλοντα: Κάθε ευρωπαίος πολίτης ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διαμένει ή έχει μία καταστατική έδρα σε ένα από τα κράτη μέλη της Ένωσης δύναται να υποβάλει καταγγελία. Δεν είναι απαραίτητο να τον αφορά άμεσα η περίπτωση κακής διοίκησης.
  • το αντικείμενο της καταγγελίας: Η καταγγελία μπορεί να αφορά αποκλειστικά μια περίπτωση κακής διοίκησης από μέρους των κοινοτικών θεσμικών και λοιπών οργάνων. Ως « κακή διοίκηση » νοείται, για παράδειγμα, η κατάχρηση εξουσίας, οι διοικητικές παρατυπίες, οι διακρίσεις, κλπ.
  • την προθεσμία: Η καταγγελία για μια περίπτωση κακής διοίκησης πρέπει να υποβάλλεται εντός προθεσμίας δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία τα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του πολίτη. Θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι η καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή δεν διακόπτει τις προθεσμίες άσκησης προσφυγής στο πλαίσιο δικαστικών ή διοικητικών διαδικασιών.
  • την εξάντληση άλλων μέσων προσφυγής: Πριν την υποβολή της καταγγελίας του, ο καταγγέλλων πρέπει να προβεί στις δέουσες ενέργειες στα ενδιαφερόμενα όργανα.

Μετά το πέρας των αρχικών ερευνών, εφόσον ο Διαμεσολαβητής θεωρήσει ότι μια καταγγελία είναι παραδεκτή, ενημερώνει το ενδιαφερόμενο όργανο σχετικά με την καταγγελία και το καλεί να υποβάλει, εντός προθεσμίας τριών μηνών, εμπεριστατωμένη γνώμη. Εν συνεχεία, ο Διαμεσολαβητής διαβιβάζει έκθεση με πιθανές συστάσεις, τόσο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και στο ενδιαφερόμενο όργανο. Κατόπιν τούτου, διαβιβάζονται στον καταγγέλοντα τα αποτελέσματα των ερευνών του Διαμεσολαβητή και οι πιθανές συστάσεις, καθώς και η γνώμη του ενδιαφερόμενου οργάνου. Ο καταγγέλοντας διαθέτει προθεσμία ενός μηνός για να υποβάλει τυχόν παρατηρήσεις.

Σε περίπτωση που ο Διαμεσολαβητής λάβει γνώση γεγονότων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο, ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες εθνικές αρχές, το κοινοτικό όργανο αρμόδιο για την καταπολέμηση της απάτης ή το κοινοτικό όργανο στο οποίο υπάγεται ο υπάλληλος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία.

Υπό ορισμένες συνθήκες, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να συνεργαστεί με αντίστοιχες εθνικές αρχές για τη βελτιστοποίηση των ερευνών του και για την καλύτερη προστασία των συμφερόντων των καταγγελόντων. Ομοίως, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να συνεργαστεί επίσης με εθνικά όργανα τα οποία ευθύνονται για την προστασία και την προώθηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Διορισμός του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή

Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής εκλέγεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, δηλαδή για πέντε έτη, με δυνατότητα επαναδιορισμού. Επιλέγεται μεταξύ των πολιτών της Ένωσης οι οποίοι απολαύουν πλήρως των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων τους και παρέχουν όλα τα εχέγγυα ανεξαρτησίας. Το πρόσωπο που επιλέγεται πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις για το διορισμό στα ανώτατα δικαστικά αξιώματα ή να έχει αποδεδειγμένες ικανότητες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή.

Ο Διαμεσολαβητής δρα τελείως ανεξάρτητα και δεν δέχεται υποδείξεις από καμία κυβέρνηση ή από άλλον οργανισμό. Κατά τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων του, δεν δύναται να ασκεί οποιαδήποτε άλλα πολιτικά ή διοικητικά καθήκοντα ή επαγγελματικές δραστηριότητες, αμειβόμενες ή μη αμειβόμενες. Επικουρείται από γραμματεία.

Ο Διαμεσολαβητής που δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την άσκηση των καθηκόντων του, ή υποπέσει σε σοβαρό παράπτωμα, μπορεί, κατόπιν αιτήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να απαλλαγεί των καθηκόντων του από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Η προέλευση του θεσμού του Διαμεσολαβητή

Ο θεσμός του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή καθιερώθηκε με τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ, 1992).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Πράξη Θέση σε ισχύ Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών Επίσημη Εφημερίδα
Απόφαση 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ 4.5.1994 - ΕΕ L 113, 4.5.1994
Πράξη (εις) τροποποίησης Θέση σε ισχύ Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών Επίσημη Εφημερίδα
Απόφαση 2002/262/EΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ 9.4.2002 

Εφαρμόζεται με ισχύ: 1.1.2000

- ΕΕ L 92, 9.4.2002
Απόφαση 2008/587/EΚ, Ευρατόμ 31.7.2008 ΕΕ L 189, 17.7.2008

Το παρόν δελτίο διανέμεται ενημερωτικά. Δεν έχει ως στόχο να ερμηνεύσει ή να αντικαταστήσει το έγγραφο αναφοράς, που παραμένει η μόνη δεσμευτική νομική βάση.

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 09.11.2005

βλέπε και

Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να επισκεφθείτε τους ακόλουθους δικτυακούς τόπους:

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας