RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Το πρωτογενές δίκαιο

Το πρωτογενές δίκαιο το οποίο είναι γνωστό και ως πρωτογενής πηγή, αποτελεί το σημαντικότερο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Ευρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας της ευρωπαϊκής νομικής τάξης και περιλαμβάνει ουσιαστικά τις συνθήκες για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το πρωτογενές δίκαιο (πρωτογενής πηγή) αποτελεί το σημαντικότερο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), δηλαδή υπερισχύει κάθε άλλης πηγής δικαίου. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιβάλλει την τήρηση αυτής της υπεροχής μέσω διαφόρων προσφυγών, όπως η προσφυγή ακύρωσης [άρθρο 263 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)] και η προσφυγή για την έκδοση προδικαστικής απόφασης (άρθρο 267 της ΣΛΕΕ).

Το πρωτογενές δίκαιο αποτελείται κυρίως από τις Συνθήκες της ΕΕ. Οι συνθήκες αυτές περιλαμβάνουν τους τυπικούς και ουσιαστικούς κανόνες που πλαισιώνουν την εφαρμογή των πολιτικών των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Επίσης, οι συνθήκες καθορίζουν τους τυπικούς κανόνες που ορίζουν τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών και που θεμελιώνουν την εξουσία των θεσμικών οργάνων. Επίσης καθορίζουν ουσιαστικούς κανόνες που προσδιορίζουν το πεδίο εφαρμογής των πολιτικών και διαρθρώνουν τη δράση των θεσμικών οργάνων.

Πεδίο εφαρμογής του πρωτογενούς δικαίου

Το πρωτογενές δίκαιο αποτελείται από το σύνολο των ιδρυτικών συνθηκών της ΕΕ, που τροποποιήθηκαν και προσαρμόστηκαν από διάφορες συνθήκες και πράξεις. Πρόκειται για:

  • τις «ιδρυτικές» συνθήκες της ΕΕ,
  • τις μεγάλες τροποποιητικές συνθήκες της ΕΕ,
  • τα συνημμένα στις εν λόγω συνθήκες πρωτόκολλα,
  • τις συμπληρωματικές συνθήκες που επιφέρουν τομεακές τροποποιήσεις στις ιδρυτικές συνθήκες,
  • τις συνθήκες προσχώρησης χωρών στην ΕΕ.

Οι «ιδρυτικές» συνθήκες των διαφόρων Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

  • η συνθήκη των Παρισίων (18 Απριλίου 1951),
  • οι συνθήκες της Ρώμης (συνθήκη Ευρατόμ και συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας) (25 Μαρτίου 1957),
  • η συνθήκη του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Ένωση (7 Φεβρουαρίου 1992),
  • η συνθήκη της Ρώμης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης (29 Οκτωβρίου 2004).

Οι τροποποιητικές συνθήκες είναι:

  • η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (17 και 28 Φεβρουαρίου 1986),
  • η συνθήκη του Αμστερνταμ (2 Οκτωβρίου 1997),
  • η συνθήκη της Νίκαιας (26 Φεβρουαρίου 2001)
  • η συνθήκη της Λισσαβόνας (13 Δεκεμβρίου 2007) που τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009.

Οι συμπληρωματικές συνθήκες, που επιφέρουν τομεακές τροποποιήσεις στις ιδρυτικές συνθήκες, είναι:

  • η συνθήκη για τη «συγχώνευση των εκτελεστικών οργάνων» (8 Απριλίου 1965),
  • η συνθήκη περί τροποποιήσεως ορισμένων διατάξεων επί του προϋπολογισμού των κοινοτικών συνθηκών (22 Απριλίου 1970),
  • η συνθήκη των Βρυξελλών περί τροποποιήσεως ορισμένων διατάξεων επί του προϋπολογισμού των κοινοτικών συνθηκών και περί ιδρύσεως ενός Ελεγκτικού Συνεδρίου (22 Ιουλίου 1975),
  • η «πράξη» περί της εκλογής των αντιπροσώπων στο Κοινοβούλιο με άμεση καθολική ψηφοφορία (20 Σεπτεμβρίου 1976).

Οι συνθήκες προσχώρησης:

  • του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Νορβηγίας (22 Ιανουαρίου 1972),
  • της Ελλάδας (28 Μαΐου 1979),
  • της Ισπανίας και της Πορτογαλίας (12 Ιουνίου 1985),
  • της Αυστρίας, της Φινλανδίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας (24 Ιουνίου 1994),
  • της Κύπρου, της Εσθονίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Σλοβακίας και της Σλοβενίας (16 Απριλίου 2003),
  • της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας (25 Απριλίου 2005).

Οι πράξεις προσχώρησης της Νορβηγίας της 22ας Ιανουαρίου 1972 και της 24ης Ιουνίου 1994 δεν τέθηκαν ποτέ σε ισχύ. Την 1η Φεβρουαρίου 1985 υπογράφηκε μια συμφωνία για τη δημιουργία ειδικού καθεστώτος για τη Γροιλανδία.

Πεδίο εφαρμογής του πρωτογενούς δικαίου

Όσον αφορά το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του πρωτογενούς δικαίου, το άρθρο 355 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι το δίκαιο της ΕΕ εφαρμόζεται στα μητροπολιτικά εδάφη των κρατών μελών και σε ορισμένα νησιά και υπερπόντια εδάφη (όπως η Μαδέρα, οι Κανάριοι Νήσοι και τα υπερπόντια γαλλικά διαμερίσματα). Επίσης εφαρμόζεται στα εδάφη των οποίων τις εξωτερικές σχέσεις διασφαλίζει ένα κράτος (όπως το Γιβραλτάρ και οι Νήσοι Åland).

Το άρθρο 355 της συνθήκης ΣΛΕΕ προβλέπει ότι το Συμβούλιο μπορεί να καθορίσει ιδιαίτερο καθεστώς σε ορισμένα εδάφη, όπως, για παράδειγμα, στο Γιβραλτάρ και στα νησιά Σαιν Πιερ και Μικελόν για τελωνειακά θέματα. Τέλος, το άρθρο 355 της ΣΛΕΕ προβλέπει ρητά ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εφαρμόζεται σε ορισμένα εδάφη όπως οι Νήσοι Φερόες.

Όσον αφορά το χρονικό πεδίο εφαρμογής του πρωτογενούς δικαίου, αυτό εφαρμόζεται κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της συνθήκης, εκτός από τη μεταβατική περίοδο. Όσον αφορά τη διάρκεια εφαρμογής, τα κείμενα που υπάγονται στο πρωτογενές δίκαιο ισχύουν κατ' αρχήν επί απεριόριστο χρόνο (για παράδειγμα, η ΣΛΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 356).

Νομικό καθεστώς του πρωτογενούς δικαίου

Όσον αφορά τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει τα κράτη μέλη μεταξύ τους, εφόσον είναι:

  • πριν από τη συνθήκη της Ρώμης, κατ' αρχήν παύουν να ισχύουν. Στην περίπτωση αυτή, οι δεσμεύσεις υπάγονται στο προβλεπόμενο στο διεθνές δίκαιο καθεστώς που διαδέχεται τις συνθήκες. Κατ' εξαίρεση, το άρθρο 350 της ΣΕΕ επιτρέπει ρητά ορισμένες περιφερειακές ενώσεις μεταξύ Βελγίου, Λουξεμβούργου και Κάτω Χωρών·
  • μετά τη συνθήκη της Ρώμης υπόκεινται στη γενική υποχρέωση τήρησης της αρχής της έντιμης συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 4 της ΣΕΕ. Δυνάμει αυτού του άρθρου, κράτη μέλη απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της ΣΕΕ.

Όσον αφορά τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει τα κράτη μέλη με τις τρίτες χώρες, εφόσον είναι:

  • πριν από τη συνθήκη της Ρώμης, τα δικαιώματα των τρίτων χωρών διατηρούνται δυνάμει του άρθρου 307 της συνθήκης ΕΚ και της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΕ, International Fruit Company της 12ης Δεκεμβρίου 1972). Με άλλα λόγια, οι συμφωνίες αυτές υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας λόγω της μεταφοράς αρμοδιότητας των κρατών προς αυτήν. Κατ' εξαίρεση, τα δικαιώματα που απορρέουν από συμφωνίες μη συμβιβάσιμες με τη συνθήκη ΕΚ δεν υπάγονται στην αποκλειστική της αρμοδιότητα,
  • μετά τη συνθήκη της Ρώμης, αναγνωρίζονται ως ισχύουσες, εκτός εάν το κράτος υπερέβη τις αρμοδιότητές του (εφόσον η ΕΕ διαθέτει αρμοδιότητα την οποία το κράτος δεν τήρησε) και εάν η συμφωνία θίγει τη γενική υποχρέωση τήρησης της αρχής της έντιμης συνεργασίας.

Το Δικαστήριο της ΕΕ μπορεί να προβεί σε ερμηνεία των συνθηκών. Ωστόσο, δεν προβαίνει σε έλεγχο της ισχύος τους, η οποία ορίζεται από το διεθνές δίκαιο.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το Δικαστήριο της ΕΕ αποδέχεται ότι οι διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου μπορούν να αποτελέσουν επιχείρημα ενώπιόν του από ιδιώτες. Οι διατάξεις πρέπει να έχουν άμεσο αποτέλεσμα, το περιεχόμενό τους πρέπει να είναι σαφές, συγκεκριμένο και άνευ επιφυλάξεων (ΔΕΕ, Sagoil της 19ης Δεκεμβρίου 1968).

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 12.08.2010
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας