RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Η οδηγία

Η οδηγία ανήκει στα νομικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα προκειμένου να εφαρμόσουν τις ευρωπαϊκές πολιτικές. Πρόκειται για ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται κυρίως στο πλαίσιο των πράξεων εναρμόνισης των εθνικών νομοθεσιών. Η οδηγία χαρακτηρίζεται από την ευελιξία της χρήσης της: εγκαθιδρύει μια υποχρέωση αποτελέσματος αλλά αφήνει ελεύθερα τα κράτη μέλη όσον αφορά τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουν για να το επιτύχουν.

Η οδηγία ανήκει στο παράγωγο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Επομένως, εγκρίνεται από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα δυνάμει των ιδρυτικών Συνθηκών. Αφού εγκριθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οδηγία πρέπει στη συνέχεια να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.

Δεσμευτική πράξη γενικής ισχύος αποδέκτες της οποία είναι τα κράτη μέλη

Το άρθρο 288 της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ αναφέρει ότι η οδηγία είναι δεσμευτική. Κατά τον ίδιο τρόπο με τον κανονισμό και την απόφαση, είναι δεσμευτική για τα κράτη μέλη που είναι οι αποδέκτες της. Είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της και επομένως δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατά ατελή, επιλεκτικό ή μερικό τρόπο.

Ωστόσο, η οδηγία διακρίνεται από την απόφαση και τον κανονισμό. Ενώ ο κανονισμός, αφού τεθεί σε ισχύ, εφαρμόζεται άμεσα στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, η οδηγία πρέπει πρώτα να μεταφερθεί από τα κράτη μέλη στο εθνικό τους δίκαιο. Επομένως, η οδηγία δεν περιλαμβάνει λεπτομέρειες εφαρμογής, επιβάλλει στα κράτη μέλη μόνο υποχρέωση ως προς το αποτέλεσμα. Κατόπιν, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να επιλέξουν τον τρόπο και τα μέσα για να εφαρμόσουν την οδηγία.

Εξάλλου, η οδηγία διαφέρει και από την απόφαση, μιας και αποτελεί κείμενο με γενική ισχύ που απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη.

Από την άλλη, το άρθρο 289 της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ διευκρινίζει ότι η οδηγία είναι νομοθετική πράξη, όταν εγκρίνεται μετά από νομοθετική διαδικασία. Τότε, η οδηγία αποτελεί κατ’ αρχήν αντικείμενο πρότασης της Επιτροπής. Στη συνέχεια, εγκρίνεται από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία ή μία ειδική νομοθετική διαδικασία.

Η οδηγία αρχίζει να ισχύει από τη στιγμή που κοινοποιείται στα κράτη μέλη ή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα.

Μία νομική πράξη η οποία πρέπει να μεταφερθεί στο δίκαιο των κρατών μελών

Πρόκειται για διττή νομική πράξη, η οποία περιλαμβάνει :

  • αυτήν καθαυτή την οδηγία, η οποία εκδίδεται από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα·
  • τα εθνικά μέτρα εκτέλεσης, τα οποία εκδίδονται από τα κράτη μέλη.

Η θέση σε ισχύ δεν συνεπάγεται κατ' αρχήν την άμεση εφαρμογή στο εθνικό δίκαιο. Για να γίνει αυτό, απαιτείται μια δεύτερη ενέργεια: η μεταφορά. Η μεταφορά γίνεται από τα κράτη μέλη και συνίσταται στη θέσπιση εθνικών μέτρων που αποσκοπούν να τους επιτρέψουν να συμμορφωθούν με τα προδιαγεγραμμένα από την οδηγία αποτελέσματα. Οι εθνικές αρχές οφείλουν να κοινοποιούν τα μέτρα αυτά στην Επιτροπή.

Λύσεις που αναπτύχθηκαν για να αντιμετωπισθεί η κακή μεταφορά των οδηγιών

Κατ' αρχήν, η οδηγία πρέπει να μεταφερθεί εντός προθεσμίας που ορίζεται από τα θεσμικά όργανα που την εκδίδουν (από 6 μήνες έως 2 έτη). Μετά την παρέλευση αυτής της προθεσμίας:

  • η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να καταδικάσει τα κράτη μέλη (η μη εκτέλεση της δικαστικής απόφασης στην περίπτωση αυτή μπορεί να επιφέρει νέα καταδίκη, η οποία μπορεί να καταλήξει στην επιβολή προστίμων)·
  • το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης να παράσχει στους ιδιώτες, υπό ορισμένους όρους, τη δυνατότητα αποζημίωσης σε περίπτωση εσφαλμένης ή υπερήμερης μεταφοράς οδηγιών (απόφαση Francovitch και Bonifaci της 19ης Νοεμβρίου 1991)·
  • το Δικαστήριο θεωρεί ότι η οδηγία έχει άμεσο αποτέλεσμα (δηλαδή ότι οι ιδιώτες μπορούν να την επικαλεσθούν ενώπιον του δικαστηρίου).

Η οδηγία έχει άμεσο κάθετο αποτέλεσμα κατά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς. Αυτό σημαίνει ότι οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεσθούν την οδηγία κατά των κρατών μελών ενώπιον των δικαστηρίων. Αντιθέτως, η οδηγία δεν έχει οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα (οι ιδιώτες δεν μπορούν να επικαλεσθούν την οδηγία κατά άλλων ιδιωτών ενώπιον των δικαστηρίων).

Το Δικαστήριο έχει ωστόσο θεσπίσει πολλές προϋποθέσεις βάσει των οποίων δύναται ένας ιδιώτης να επικαλεστεί μία οδηγία ενώπιον των δικαστηρίων:

  • οι διατάξεις της οδηγίας πρέπει να είναι απαλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς ακριβείς·
  • η οδηγία δεν πρέπει να έχει μεταφερθεί σωστά με εθνικό μέτρο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.
Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 01.09.2010
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας