RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Διεθνείς συμφωνίες

Οι διεθνείς συμφωνίες αποτελούν κατηγορία των νομοθετικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Συνάπτονται από την ΕΕ, η οποία ενεργεί μόνη της ή μαζί με τα κράτη μέλη, δυνάμει των διατάξεων των ιδρυτικών Συνθηκών.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Με τη θέση σε ισχύ της συνθήκης της Λισσαβόνας, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) απέκτησε νομική προσωπικότητα. Συνεπώς, είναι υποκείμενο διεθνούς δικαίου, ικανό να διαπραγματεύεται και να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες στο όνομά του.

Αυτές οι διεθνείς συμφωνίες έχουν νομικές επιπτώσεις στο εσωτερικό δίκαιο της ΕΕ και των κρατών μελών. Εξάλλου, οι ιδρυτικές Συνθήκες της ΕΕ ορίζουν τους τρόπους με τους οποίους η ΕΕ μπορεί να συνάψει διεθνείς συμφωνίες.

Ορισμός

Οι διεθνείς συμφωνίες είναι αποτέλεσμα μίας εθελούσιας συμφωνίας μεταξύ της Ένωσης, από τη μία, και τρίτης χώρας ή τρίτης οργάνωσης, από την άλλη. Οι συμφωνίες αυτές δημιουργούν δικαιώματα και υποχρεώσεις για τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη. Ενσωματώνονται στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη κατά την ημερομηνία που τίθενται σε ισχύ ή κατά την ημερομηνία που αυτές προβλέπουν.

Από νομικής άποψης, οι διεθνείς συμφωνίες είναι συμβατικές πράξεις παράγωγου δικαίου, επομένως πρέπει να συμμορφώνονται με τις ιδρυτικές Συνθήκες της ΕΕ. Ωστόσο, υπερέχουν των αποκαλούμενων «μονομερών» πράξεων παράγωγου δικαίου, ήτοι των πράξεων που έχουν εγκριθεί μονομερώς από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα (κανονισμοί, οδηγίες, αποφάσεις, κλπ).

Εξωτερικές αρμοδιότητες της ΕΕ

Οι εξωτερικές αρμοδιότητες της ΕΕ ορίζονται από το άρθρο 216 της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ. Έτσι, η ΕΕ δύναται να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες:

  • στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τις ιδρυτικές Συνθήκες,
  • όταν το προβλέπει μία δεσμευτική νομική πράξη,
  • εφόσον η σύναψη συμφωνίας είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός εκ των στόχων της ΕΕ, ακόμη και εάν δεν υπάρχει εσωτερική ευρωπαϊκή νομοθεσία,
  • όταν η σύναψη μίας συμφωνίας μπορεί να επηρεάσει κοινούς κανόνες που έχουν εγκριθεί από την ΕΕ ως εσωτερικό δίκαιο. Έτσι, όταν η ΕΕ έχει εγκρίνει κοινούς κανόνες για την εφαρμογή μίας πολιτικής, τα κράτη μέλη δεν έχουν πια το δικαίωμα να συνάψουν με τρίτες χώρες υποχρεώσεις που πλήττουν αυτούς τους κανόνες.

Αποκλειστική αρμοδιότητα και συντρέχουσα αρμοδιότητα

Η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών μεταφέρεται επίσης και σε διεθνές επίπεδο. Έτσι, όταν η ΕΕ διαπραγματεύεται μία διεθνή συμφωνία, διαθέτει είτε αποκλειστική αρμοδιότητα είτε συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη.

Σε περίπτωση που η αρμοδιότητα είναι αποκλειστική, η ΕΕ είναι η μόνη που μπορεί να διαπραγματεύεται και να συνάπτει συμφωνία. Εξάλλου, το άρθρο 3 της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ διευκρινίζει τους τομείς στους οποίους η ΕΕ διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών.

Σε περίπτωση που η αρμοδιότητά της είναι συντρέχουσα με τα κράτη μέλη, η συμφωνία συνάπτεται ταυτόχρονα από την ΕΕ και από τα κράτη μέλη. Πρόκειται για μικτή συμφωνία, στην οποία τα κράτη μέλη πρέπει να συναινέσουν. Οι τομείς των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων ορίζονται στο άρθρο 4 της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ.

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 13.08.2010
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας