RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο

Γλωσσάριο

Δικαστήριο

Το Πρωτοδικείο ιδρύθηκε το 1989 και στόχος του είναι να εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των ιδρυτικών Συνθηκών από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη. Αποτελεί έναν δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας που επέτρεψε τη μείωση του φόρτου εργασίας του Δικαστηρίου Έτσι, επέτρεψε τη βελτίωση της δικαστικής προστασίας των πολιτών και την πιο γρήγορη εκδίκαση των υποθέσεων. Με την έγκριση της Συνθήκης της Λισαβόνας, το Γενικό Δικαστήριο χάνει τον τίτλο του “Πρωτοδικείου” αλλά διατηρεί τον ρόλο του ως Πρωτοβάθμιο δικαστήριο για πλήθος προσφυγών στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ).

Το Γενικό Δικαστήριο έχει την έδρα του στο Λουξεμβούργο και απαρτίζεται από 27 δικαστές. Ο αριθμός των δικαστών ορίζεται από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου, ο οποίος μπορεί επίσης να προβλέπει την κατ’εξαίρεση επικούρηση του Γενικού Δικαστηρίου από γενικούς εισαγγελείς. Τα μέλη του Γενικού Δικαστηρίου επιλέγονται μεταξύ προσώπων που παρέχουν πλήρη εγγύηση ανεξαρτησίας και συγκεντρώνουν τις αναγκαίες ικανότητες για διορισμό σε υψηλά δικαστικά αξιώματα Διορίζονται με κοινή συμφωνία από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών για μία ανανεώσιμη θητεία έξι ετών, μετά από γνωμοδότηση επιτροπής που απαρτίζεται από επτά προσωπικότητες προερχόμενες από ευρωπαϊκά ή εθνικά δικαιοδοτικά όργανα (άρθρο 255 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)).

Οι δικαστές εκλέγουν μεταξύ τους τον πρόεδρο του Δικαστηρίου για τρία έτη. Η θητεία του είναι ανανεώσιμη.

Το Γενικό Δικαστήριο διορίζει τον γραμματέα του και καθορίζει την υπηρεσιακή του κατάσταση.

Το Γενικό Δικαστήριο καταρτίζει τον κανονισμό διαδικασίας του, σε συμφωνία με το Δικαστήριο. Ο κανονισμός αυτός υπόκειται στην έγκριση του Συμβουλίου με ειδική πλειοψηφία.

Το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για το σύνολο των ευθείων προσφυγών που ασκούνται από ιδιώτες και από τα κράτη μέλη (ιδίως προσφυγών ακυρώσεων, προσφυγών επί παραλείψει και αγωγών αποζημίωσης), με εξαίρεση εκείνες που αποδίδονται σε ειδικευμένο δικαστήριο (άρθρο 257 της ΣΛΕΕ) και εκείνες για τις οπόιες αρμόδιο είναι το Δικαστήριο. Κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του ∆ικαστηρίου, καταρχήν περιοριζόμενη στα νομικά ζητήματα.

Το Γενικό Δικαστήριο είναι επίσης αρμόδιο για να αποφαίνεται σε προδικαστικά ζητήματα σε για ειδικά θέματα που προβλέπονται από τον οργανισμό. Αν κρίνει ότι η επίλυση του ζητήματος ενδέχεται να θίξει την ενότητα ή τη συνοχή του δικαίου της Ένωσης, δύναται να παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο Για τους ίδιους λόγους, το Δικαστήριο μπορεί κατ’εξαίρεση να επανεξετάζει τις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου επί προδικαστικών ζητημάτων.

Βλέπε:

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας