RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς

Η παρούσα απόφαση εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο του Συμβουλίου να ορίσει δύο πρόσωπα τα οποία θα είναι εξουσιοδοτημένα να υπογράψουν, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς. Η σύμβαση αποσκοπεί στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της καταπολέμησης της διαφθοράς, στην προώθηση της χρηστής διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων και στην ενθάρρυνση της διεθνούς συνεργασίας και της τεχνικής βοήθειας.

ΠΡΑΞΗ

Απόφαση του Συμβουλίου για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς.

ΣΥΝΟΨΗ

Στη διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Μέριδα (Μεξικό) από τις 9 έως τις 11 Δεκεμβρίου 2003, διατέθηκε προς υπογραφή η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς. Στη 2658η συνεδρίασή του στις 10 Μαΐου 2005, το Συμβούλιο ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής για την υπογραφή της σύμβασης.

Η απόφαση εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο του Συμβουλίου να ορίσει τα πρόσωπα τα οποία θα είναι εξουσιοδοτημένα να υπογράψουν, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών. Στις 15 Σεπτεμβρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Προεδρία του Συμβουλίου υπέγραψαν τη σύμβαση εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η σύμβαση, γνωστή πλέον ως σύμβαση της Μέριδα, ψηφίσθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 31 Οκτωβρίου 2003 (ψήφισμα 58/4) και διατέθηκε προς υπογραφή έως τις 9 Δεκεμβρίου 2005.

Δημιουργία ενός αποτελεσματικού μέσου πάταξης της διαφθοράς

Τον Δεκέμβριο του 2000, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αποφάσισε να συγκροτήσει μια ειδική επιτροπή, ανοικτή προς όλα τα κράτη, για την κατάρτιση ενός αποτελεσματικού διεθνούς νομικού μέσου πάταξης της διαφθοράς (ψήφισμα 55/61). Η επιτροπή διαπραγματεύθηκε τη σύμβαση το διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου 2002 και Οκτωβρίου 2003. Η Επιτροπή εκπροσωπούσε τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι έχουν επιτευχθεί οι στόχοι που καθορίζει το Συμβούλιο στις διαπραγματευτικές του οδηγίες. Η σύμβαση προβλέπει υψηλού επιπέδου προληπτικά μέτρα και μέτρα τεχνικής βοήθειας στους τομείς που καλύπτονται από κοινοτική αρμοδιότητα, ιδίως όσον αφορά την εσωτερική αγορά. Η σύμβαση περιλαμβάνει μέτρα για την παρεμπόδιση και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και κανόνες για τη λογιστική στον ιδιωτικό τομέα και για τη διαφάνεια και την ισότητα πρόσβασης όλων των υποψηφίων δημοσίων συμβάσεων προμηθειών και παροχής υπηρεσιών.

Δεδομένου ότι τα κράτη μέλη δήλωσαν ότι θα υπογράψουν τη σύμβαση μόλις αυτή θα ήταν ανοικτή προς υπογραφή στη Μέριδα του Μεξικού (η Ισπανία ήταν η μόνη χώρα της ΕΕ των 15 που δεν δήλωσε την πρόθεσή της), η Επιτροπή διαβεβαιώνει ότι και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να πράξει το ίδιο. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή πρότεινε στην Προεδρία του Συμβουλίου να ορίσει τα πρόσωπα τα οποία θα είναι εξουσιοδοτημένα να υπογράψουν τη σύμβαση εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Το Συμβούλιο ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής χωρίς συζήτηση.

Καταπολέμηση της διαφθοράς: η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών

Οι σκοποί της σύμβασης είναι:

  • να προωθήσει και να ενισχύσει τα μέτρα παρεμπόδισης και καταπολέμησης της διαφθοράς αποδοτικότερα και αποτελεσματικότερα·
  • να προωθήσει, να διευκολύνει και να στηρίξει τη διεθνή συνεργασία και την τεχνική βοήθεια·
  • να προωθήσει την ακεραιότητα, την υποχρέωση λογοδοσίας και τη χρηστή διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων και της δημόσιας ιδιοκτησίας.

Αφορά την πρόληψη, την έρευνα και τη δίωξη της διαφθοράς, καθώς και τη δέσμευση, την κατάσχεση, τη δήμευση και την επιστροφή προϊόντων αξιόποινων πράξεων.

Η σύμβαση απαριθμεί λεπτομερώς τα μέτρα για την πρόληψη της διαφθοράς, τα οποία συμπεριλαμβάνουν την εφαρμογή προληπτικών πολιτικών και πρακτικών, τη συγκρότηση αρμόδιων οργάνων, την εφαρμογή κωδίκων δεοντολογίας των δημόσιων υπαλλήλων και τον καθορισμό αντικειμενικών κριτηρίων για την πρόσληψη και την προαγωγή των δημόσιων υπαλλήλων, και για τις συμβάσεις προμηθειών του δημοσίου. Συνιστά την προώθηση της διαφάνειας και της υποχρέωσης λογοδοσίας στο πλαίσιο της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών και στον ιδιωτικό τομέα, εφαρμόζοντας παράλληλα αυστηρότερους κανόνες λογιστικής και ελέγχου. Προβλέπονται επίσης μέτρα για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σε συνδυασμό με μέτρα για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του δικαστικού σώματος. Η πληροφόρηση του κοινού και η συμμετοχή της κοινωνίας ενθαρρύνονται ως προληπτικά μέτρα.

Όσον αφορά τη δίωξη, τον εντοπισμό και την καταστολή, η σύμβαση συνιστά στα συμβαλλόμενα κράτη να εγκρίνουν τα αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα για τη στοιχειοθέτηση μιας ολόκληρης σειράς ποινικών αδικημάτων. Αυτά είναι:

  • διαφθορά εθνικών ή αλλοδαπών δημόσιων υπαλλήλων και υπαλλήλων δημόσιων διεθνών οργανισμών·
  • υπεξαίρεση, κατάχρηση ή άλλη παρακράτηση δημόσιας ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας από δημόσιο υπάλληλο·
  • αθέμιτη άσκηση επιρροής·
  • κατάχρηση καθηκόντων και παράνομος πλουτισμός.

Σε κάθε περίπτωση, η σύμβαση θεωρεί ως διαφθορά την προσφορά ή αποδοχή αθέμιτων πλεονεκτημάτων από το ίδιο το πρόσωπο ή για κάποιο άλλο πρόσωπο ή οντότητα.

Στον ιδιωτικό τομέα, επιβάλλει τον χαρακτηρισμό της υπεξαίρεσης και της διαφθοράς ως αξιόποινων πράξεων. Αξιόποινες πράξεις συνιστούν επίσης η νομιμοποίηση προσόδων που προκύπτουν από παράνομες δραστηριότητες, η αποδοχή κλοπιμαίων, η παρεμπόδιση του έργου της δικαιοσύνης, και η απόπειρα υπεξαίρεσης ή δωροδοκίας και η συμμετοχή σε αυτές.

Συνιστάται στα συμβαλλόμενα κράτη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου:

  • να εξασφαλίσουν την ευθύνη των νομικών προσώπων·
  • να καταστήσουν δυνατή τη δέσμευση, τη δήμευση και την κατάσχεση·
  • να προστατεύουν τους μάρτυρες, τους εμπειρογνώμονες και τα θύματα·
  • να προστατεύουν τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τη σύνταξη εκθέσεων·
  • να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες των πράξεων διαφθοράς·
  • να διασφαλίζουν ότι οι οντότητες ή τα πρόσωπα που έχουν υποστεί ζημία ως αποτέλεσμα πράξης διαφθοράς, έχουν το δικαίωμα να κινήσουν δικαστικές διαδικασίες, ώστε να αξιώσουν αποζημίωση·
  • να συγκροτήσουν ένα όργανο ή όργανα ή να διορίσουν πρόσωπα εξειδικευμένα στην καταπολέμηση της διαφθοράς μέσω της επιβολής του νόμου·
  • να ενθαρρύνουν τη συνεργασία με τις αρχές επιβολής του νόμου·
  • να ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών και με τον ιδιωτικό τομέα·
  • να ξεπεράσουν τα εμπόδια τα οποία μπορεί να προκύψουν από την εφαρμογή νόμων περί τραπεζικού απορρήτου·
  • λαμβάνουν υπόψη, στο πλαίσιο των ποινικών διαδικασιών, τις προηγούμενες καταδικαστικές αποφάσεις για εικαζόμενους παραβάτες, οι οποίες έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος·
  • να θεμελιώσουν τη δικαιοδοσία τους για τα αδικήματα τα οποία διαπράττονται στο έδαφός τους, ή εις βάρος τους, ή από υπήκοό τους κ.λπ.

Τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν επίσης να λάβουν τα αναγκαία μέτρα σχετικά με τις διαδικασίες και την επιβολή κυρώσεων κατά δημόσιων υπαλλήλων, προκειμένου να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ της ασυλίας τους και των αδικημάτων που έχουν διαπράξει, συμπεριλαμβανομένων των επακόλουθων συνεπειών.

Η σύμβαση περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο για τη διεθνή συνεργασία. Τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να συνεργάζονται σε ποινικά θέματα και σε θέματα έκδοσης και μεταφοράς καταδικασθέντων, σε ένα πλήθος περιπτώσεων, οι οποίες περιγράφονται από τη σύμβαση. Η αμοιβαία δικαστική συνδρομή αποτελεί σημαντικό στοιχείο του κεφαλαίου αυτού και η σύμβαση εξετάζει διάφορα σενάρια, ούτως ώστε να καλύψει το μεγαλύτερο δυνατό εύρος των δυνατοτήτων συνδρομής.

Τα συμβαλλόμενα κράτη μπορούν επίσης, όταν κρίνεται αναγκαίο, να μεταφέρουν ποινικές διαδικασίες, να διεξάγουν κοινές έρευνες και να χρησιμοποιούν ειδικές τεχνικές έρευνας, όπως ηλεκτρονική παρακολούθηση. Οι αρχές επιβολής του νόμου καλούνται να συνεργαστούν μεταξύ τους μέσω αποτελεσματικότερων διαύλων επικοινωνίας και συνεργασίας κατά τη διεξαγωγή ερευνών.

Το κεφάλαιο V αφορά την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων. Η επιστροφή των περιουσιακών στοιχείων βάσει του κεφαλαίου αυτού αποτελεί θεμελιώδη αρχή της σύμβασης. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ενθαρρύνονται να επαληθεύουν την ταυτότητα των πελατών και των πραγματικών δικαιούχων λογαριασμών καταθέσεων μεγάλης αξίας και να αποφεύγουν τράπεζες που δεν έχουν φυσική παρουσία και δεν συνδέονται με ρυθμιζόμενο χρηματοπιστωτικό όμιλο. Το κεφάλαιο, εν συνεχεία, καθορίζει τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για την άμεση ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων και τα μηχανήματα που απαιτούνται για τη διαδικασία αυτή μέσω της διεθνούς συνεργασίας για τη δήμευση προϊόντων εγκλήματος. Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει να επιστρέφονται σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζει η σύμβαση. Απαραίτητη επίσης είναι και η συγκρότηση μιας μονάδας χρηματοοικονομικών πληροφοριών και η σύναψη διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της διεθνούς συνεργασίας.

Τα συμβαλλόμενα κράτη πρέπει να αναπτύξουν ειδικά προγράμματα κατάρτισης και να προσφέρουν μεταξύ τους τη μέγιστη δυνατή τεχνική βοήθεια. Προβλέπεται η συλλογή, η ανταλλαγή και η ανάλυση πληροφοριών σχετικά με τη διαφθορά, όπως και η εφαρμογή πρακτικών μέτρων για την ενίσχυση της συνεργασίας σε διάφορα επίπεδα, καθώς και η παροχή χρηματοδοτικής και υλικής βοήθειας για τη στήριξη των προσπαθειών των αναπτυσσόμενων χωρών και χωρών με οικονομίες σε στάδιο μετάβασης για την αποτελεσματική πρόληψη και πάταξη της διαφθοράς.

Συγκροτείται μια διάσκεψη των συμβαλλόμενων κρατών για τη βελτίωση των ικανοτήτων και της συνεργασίας τους, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι που ορίζονται στη σύμβαση και να προωθηθεί, καθώς και να αναθεωρηθεί η υλοποίησή της.

Η σύμβαση είναι ανοικτή προς υπογραφή από οργανισμούς περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης, με την προϋπόθεση ότι την έχει υπογράψει τουλάχιστον ένα κράτος μέλος του εν λόγω οργανισμού. Πρόκειται να τεθεί σε ισχύ την 90ή ημέρα από την ημερομηνία κατάθεσης της 30ής πράξης κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης.

ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Απόφαση του Συμβουλίου 2008/201/EK του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 2008, για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς [Επίσημη Εφημερίδα L 287 της 29.10.2008].
Με την απόφαση αυτή, εγκρίθηκε η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η απόφαση εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο του Συμβουλίου να ορίσει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που είναι αρμόδια να καταθέσουν την πράξη τυπικής επικύρωσης της Κοινότητας. Η πράξη αυτή είναι δεσμευτική για την Κοινότητα. Περιλαμβάνει δήλωση αρμοδιότητας της Κοινότητας σχετικά με θέματα τα οποία διέπονται από τη σύμβαση (παράρτημα ΙΙ) και δήλωση σχετικά με την επίλυση διαφορών ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της σύμβασης (παράρτημα ΙΙΙ).

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 12.12.2008

βλέπε και

Περισσότερες πληροφορίες διατίθενται στους ακόλουθους δικτυακούς τόπους:

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας