RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Κοινό καθεστώς που εφαρμόζεται στις εισαγωγές

Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί στην καθιέρωση ενός κοινού καθεστώτος εισαγωγών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) που στηρίζεται στην αρχή της ελευθερίας των εισαγωγών και στον καθορισμό των διαδικασιών που επιτρέπουν στην ΕΕ να εφαρμόζει, σε περίπτωση ανάγκης, τα μέτρα επιτήρησης και διασφάλισης που επιβάλλονται για να διατηρήσει τα συμφέροντά της.

ΠΡΑΞΗ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 260/2009 του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2009 για το κοινό καθεστώς εισαγωγών.

ΣΥΝΟΨΗ

Ο παρών κανονισμός θέτει την αρχή της ελευθερίας εισαγωγών προϊόντων που προέρχονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), με την επιφύλαξη ενδεχόμενων μέτρων διασφάλισης. Ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται, στην ουσία, στις εισαγωγές στην ΕΕ προϊόντων που προέρχονται από χώρες εκτός ΕΕ, με εξαίρεση τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα που υπάγονται σε ειδικό καθεστώς εισαγωγών και προϊόντων προερχόμενων από χώρες εκτός ΕΕ που υπάγονται σε συγκεκριμένο κοινό καθεστώς εισαγωγών.

Διαδικασία πληροφόρησης και διαβούλευσης

Οι χώρες της ΕΕ πρέπει να ενημερώνουν την Επιτροπή εάν η εξέλιξη των εισαγωγών συνεπάγεται ανάγκη έγκρισης μέτρων επιτήρησης ή διασφάλισης. Οι διαβουλεύσεις είναι δυνατόν να αρχίσουν είτε μετά από αίτημα μίας χώρας της ΕΕ, είτε με πρωτοβουλία της Επιτροπής. Οι διαβουλεύσεις διεξάγονται στο πλαίσιο συμβουλευτικής επιτροπής που αποτελείται από εκπροσώπους κάθε χώρας της ΕΕ, με πρόεδρο εκπρόσωπο της Επιτροπής.

Οι διαβουλεύσεις αυτές εξετάζουν κυρίως τους όρους των εισαγωγών, την οικονομική και εμπορική κατάσταση καθώς και τα τυχόν μέτρα προς υιοθέτηση. Σε περίπτωση ανάγκης, οι διαβουλεύσεις μπορούν να γίνουν γραπτώς, ενώ οι χώρες της ΕΕ έχουν στη διάθεσή τους προθεσμία πέντε έως οκτώ εργάσιμες ημέρες για να διαβιβάσουν τη γνώμη τους ή να ζητήσουν προφορική διαβούλευση.

Διαδικασία έρευνας

Εφόσον, μετά τις διαβουλεύσεις, φανεί ότι υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που αιτιολογούν την έναρξη έρευνας, η Επιτροπή αρχίζει την έρευνα εντός ενός μηνός και δημοσιεύει μία γνώμη στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οποία αναφέρονται συνοπτικά οι πληροφορίες που ελήφθησαν.

Η έρευνα έχει ως στόχο να προσδιορίσει εάν οι εισαγωγές του σχετικού προϊόντος επιφέρουν ή απειλούν να επιφέρουν σοβαρή ζημία στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς της ΕΕ. Όταν αρχίσει η έρευνα, η Επιτροπή ζητά και επιβεβαιώνει κάθε πληροφορία που θεωρεί απαραίτητη για τη διεξαγωγή της έρευνας αυτής.

Στο πλαίσιο της έρευνας, η Επιτροπή εξετάζει:

  • τον όγκο των εισαγωγών,
  • την τιμή των εισαγωγών,
  • τον αντίκτυπο που έχουν για τους παραγωγούς της ΕΕ,
  • τους άλλους παράγοντες εκτός από την εξέλιξη των εισαγωγών που προκαλούν ή ενδέχεται να έχουν προκαλέσει ζημία στους σχετικούς παραγωγούς της ΕΕ.

Για τον σκοπό της έρευνας, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στην συμβουλευτική επιτροπή και δύναται, ανάλογα με τα συμπεράσματα των ερευνών της, είτε να προβεί στο κλείσιμο της έρευνας, ή να αποφασίζει να λάβει μέτρα επιτήρησης ή διασφάλισης.

Αυτή η διαδικασία έρευνας δεν αποκλείει την υιοθέτηση, ιδίως σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, μέτρων επιτήρησης ή προσωρινών μέτρων διασφάλισης. Στην περίπτωση αυτή, η εφαρμογή των μέτρων δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 200 ημέρες.

Μέτρα επιτήρησης

Η εισαγωγή ενός προϊόντος δύναται να υπαχθεί σε έλεγχο της ΕΕ με απόφαση του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, εάν η εξέλιξη της αγοράς του προϊόντος αυτού απειλεί να προκαλέσει ζημία στους παραγωγούς της ΕΕ παρόμοιων ή ανταγωνιστικών προϊόντων και εφόσον τα συμφέροντα της ΕΕ το καθιστούν αναγκαίο.

Η απόφαση για την καθιέρωση επιτήρησης λαμβάνεται κανονικά από την Επιτροπή. Η επιτήρηση αυτή μπορεί να συνίσταται σε ένα a posteriori έλεγχο των εισαγωγών (στατιστική επιτήρηση) ή σε προηγούμενο έλεγχο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της ΕΕ του προϊόντος που υπόκειται σε προηγούμενη επιτήρηση εξαρτάται μόνο από την παρουσίαση ενός εγγράφου εισαγωγής. Το έγγραφο αυτό εκδίδεται από τις χώρες της ΕΕ, δωρεάν, για όλες τις ποσότητες που ζητούνται εντός ανώτατης προθεσμίας πέντε ημερών μετά την ημερομηνία λήψης της αίτησης του εισαγωγέα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής του εντός της ΕΕ. Το έγγραφο ισχύει σε ολόκληρη την ΕΕ, ανεξάρτητα από τη χώρα της ΕΕ που το εξέδωσε,

Το μέτρο επιτήρησης δεν καλύπτει κατ' ανάγκη όλη την ΕΕ. Πράγματι, εφόσον, εντός προθεσμίας οκτώ εργάσιμων ημερών μετά το τέλος των διαβουλεύσεων σχετικά με το κατά πόσον είναι πρόσφορο να καθιερωθεί επιτήρηση σε επίπεδο ΕΕ, δεν έχει ληφθεί παρόμοιο μέτρο, η Επιτροπή μπορεί να καθιερώσει μία περιορισμένη επιτήρηση στις εισαγωγές με προορισμό μία ή περισσότερες περιοχές της ΕΕ.

Οι χώρες της ΕΕ οφείλουν να ενημερώνουν κάθε μήνα την Επιτροπή σχετικά με τα έγγραφα εισαγωγής που έχουν εκδοθεί (σε περίπτωση προηγούμενης επιτήρησης) και σχετικά με τις εισαγωγές που έχουν πραγματικά πραγματοποιηθεί (σε περίπτωση προηγούμενης ή εκ των υστέρων επιτήρησης).

Μέτρα διασφάλισης

Η προσφυγή σε μέτρα διασφάλισης, μπορεί να γίνει είτε όταν ένα προϊόν έχει εισαχθεί στην ΕΕ σε ποσότητες τόσο αυξημένες ή/και υπό προϋποθέσεις τέτοιες ώστε να έχει προκληθεί ή να απειλείται να προκληθεί σοβαρή ζημία για τους παραγωγούς της ΕΕ. Όσον αφορά τα μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές.

Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, η Επιτροπή μπορεί είτε να αλλάξει τη διάρκεια ισχύος των εγγράφων εισαγωγής που έχουν εκπονηθεί σε περίπτωση επιτήρησης, είτε να θεσπίσει διαδικασία για την άδεια εισαγωγής και, ιδίως, ποσόστωση στις εισαγωγές.

Σε περίπτωση καθορισμού μιας ποσόστωσης, λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον που υπάρχει για να διατηρηθεί, ει δυνατόν, η ροή των παραδοσιακών συναλλαγών και του όγκου των εμπορευμάτων τα οποία εξάγονται βάσει συμβάσεων που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του μέτρου. Το επίπεδο της ποσόστωσης δεν πρέπει να είναι κατώτερο, κατ΄ αρχήν, του μέσου όρου των εισαγωγών που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το διάστημα των τριών τελευταίων ετών.

Τα μέτρα διασφάλισης εφαρμόζονται σε κάθε προϊόν που τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία μετά την έναρξη της ισχύος τους. Είναι δυνατόν, κατ΄ εξαίρεση, να περιορίζονται σε μία ή περισσότερες περιοχές της ΕΕ. Αυτά δεν αντιτίθενται, ωστόσο, στη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων που βρίσκονται στο στάδιο μεταφοράς προς την ΕΕ.

Τα μέτρα αυτά λαμβάνονται από την Επιτροπή ή από το Συμβούλιο. Όταν μία χώρα της ΕΕ ζητά την παρέμβαση της Επιτροπής, η Επιτροπή εκφράζει την άποψή της εντός πέντε εργασίμων ημερών. Η απόφαση της Επιτροπής ανακοινώνεται στο Συμβούλιο και στις χώρες της ΕΕ. Κάθε χώρα της ΕΕ δύναται να παραπέμψει την απόφαση αυτή στο Συμβούλιο εντός προθεσμίας ενός μηνός. Στην περίπτωση αυτή, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να επιβεβαιώσει, να τροποποιήσει ή να καταργήσει την απόφαση. Εάν το Συμβούλιο δεν έχει λάβει απόφαση εντός προθεσμίας τριών μηνών, η απόφαση της Επιτροπής θεωρείται ότι καταργείται.

Σε κάθε περίπτωση, το Συμβούλιο μπορεί με ειδική πλειοψηφία, εφόσον τα συμφέροντα της ΕΕ το απαιτούν και κατόπιν πρότασης της Επιτροπής, που εκπονείται υπό τους προαναφερθέντες όρους, να εκδώσει μέτρα διασφάλισης.

Όσον αφορά τις αναπτυσσόμενες χώρες του ΠΟΕ, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί κανένα μέτρο διασφάλισης εφόσον το μερίδιο της χώρας στις εισαγωγές στην ΕΕ του σχετικού προϊόντος δεν υπερβαίνει το 3 % και υπό την προϋπόθεση ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες του ΠΟΕ των οποίων το μερίδιο εισαγωγών δεν υπερβαίνει το 3 % δεν συγκεντρώνουν συνολικά περισσότερο από το 9 % των συνολικών εισαγωγών του σχετικού προϊόντος στην ΕΕ.

Η διάρκεια των μέτρων διασφάλισης δεν μπορεί, καταρχήν, να υπερβεί τα τέσσερα χρόνια, εκτός αν υπάρξει παρέκκλιση υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για την υιοθέτηση του αρχικού μέτρου. Σε οποιαδήποτε περίπτωση υπερβαίνει τα οκτώ έτη.

Εκτός από τα ίδια τα μέτρα διασφάλισης, ο κανονισμός προβλέπει ότι το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, μπορεί να εκδώσει τα κατάλληλα μέτρα για να επιτρέψει την άσκηση των δικαιωμάτων ή την εκτέλεση των υποχρεώσεων της ΕΕ ή όλων των χωρών μελών της σε διεθνές επίπεδο, ιδίως όσον αφορά το εμπόριο βασικών προϊόντων.

Ο κανονισμός δεν εμποδίζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ της ΕΕ και των χωρών εκτός ΕΕ. Δεν εμποδίζει επίσης την υιοθέτηση ή την εφαρμογή από τις χώρες της ΕΕ, μέτρων που αιτιολογούνται για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ηθικής, δημόσιας ασφάλειας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ατόμων και των ζώων ή προστασίας των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών, της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, των τυπικών προϋποθέσεων όσον αφορά τις συναλλαγές.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ΠράξηΘέση σε ισχύΜεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 260/2009

20.4.2009

-

ΕΕ L 84, 31.3.2009

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 10.02.2011
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας