RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 23 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  BG - CS - ET - GA - LV - LT - HU - MT - PL - RO - SK - SL

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Διατήρηση και εκμετάλλευση των θαλάσσιων πόρων

Ο κανονισμός 2371/2002 θέτει τα θεμέλια της κοινής αλιευτικής πολιτικής (ΚΑΠ), της οποίας στόχος είναι να εγγυηθεί μία βιώσιμη εκμετάλλευση των έμβιων υδρόβιων πόρων σε οικονομικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό επίπεδο. Τα μέτρα που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού βασίζονται στην εφαρμογή τής αρχής της προφύλαξης και σε τεκμηριωμένες επιστημονικές συμβουλές. Αφορούν τη διατήρηση και προστασία των ιχθυαποθεμάτων και των αποθεμάτων των θαλασσίων οικοσυστημάτων, την πρόσβαση σε ύδατα και πόρους, το στόλο, τον έλεγχο των δραστηριοτήτων, τη λήψη αποφάσεων καθώς και τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής.

ΠΡΑΞΗ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 2002 για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής [Βλέπε πράξη(-εις) τροποποίησης].

ΣΥΝΟΨΗ

Η κοινή αλιευτική πολιτική καλύπτει θέματα διατήρησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης των θαλάσσιων πόρων καθώς και μεταποίησης και εμπορίας των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας. Προβλέπει συνεκτικά μέτρα που αφορούν:

  • στη διατήρηση, διαχείριση και εκμετάλλευση των έμβιων υδρόβιων πόρων,
  • στον περιορισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της αλιείας,
  • στους όρους πρόσβασης σε ύδατα και πόρους,
  • στην ικανότητα του στόλου,
  • στον έλεγχο,
  • στην υδατοκαλλιέργεια,
  • στην κοινή οργάνωση αγορών,
  • στις διεθνείς σχέσεις.

Διατήρηση και βιωσιμότητα

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα για τη ρύθμιση της πρόσβασης στις ζώνες αλιείας και στους πόρους, καθώς και για τη βιώσιμη άσκηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων. Τα μέτρα αυτά ισχύουν για κάθε ιχθυαπόθεμα ή για ομάδες ιχθυαποθεμάτων. Αποβλέπουν στον περιορισμό της θνησιμότητας λόγω αλιείας και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των αλιευτικών δραστηριοτήτων, μέσω:

  • της θέσπισης σχεδίων ανάκτησης αποθεμάτων τα οποία βρίσκονται εκτός των ασφαλών βιολογικών ορίων,
  • της θέσπισης σχεδίων διαχείρισης για τη διατήρηση των αποθεμάτων εντός ασφαλών βιολογικών ορίων,
  • του καθορισμού στόχων για τη βιώσιμη εκμετάλλευση των αποθεμάτων,
  • του περιορισμού των αλιευμάτων,
  • του καθορισμού του αριθμού και του τύπου των αλιευτικών σκαφών που επιτρέπεται να αλιεύουν,
  • του περιορισμού της αλιευτικής προσπάθειας,
  • της θέσπισης τεχνικών μέτρων για την προαγωγή περισσότερο επιλεκτικών μεθόδων αλιείας ή των οποίων η επίπτωση στα θαλάσσια οικοσυστήματα και στα είδη που δεν αποτελούν στόχο της αλιείας είναι περιορισμένη. Τα μέτρα αυτά δύνανται επίσης να αφορούν τη δομή, τον αριθμό και το μέγεθος του αλιευτικού εργαλείου επί του σκάφους, τις ζώνες ή/και τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες απαγορεύονται ή περιορίζονται οι αλιευτικές δραστηριότητες.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη δύνανται να λάβουν επείγοντα μέτρα, στις περιπτώσεις σοβαρής απειλής για το θαλάσσιο οικοσύστημα ή για τη διατήρηση των έμβιων πόρων, η διάρκεια των οποίων μπορεί να εκτείνεται σε 3 έως 6 μήνες. Η απόφαση των κρατών μελών αφορά μόνο τα ύδατα στα οποία ασκούν την κυριαρχία τους. Τα κράτη μέλη έχουν επίσης τη δυνατότητα, εντός των ορίων της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων, να λαμβάνουν μέτρα τα οποία δεν εισάγουν διακρίσεις για τη διατήρηση του θαλάσσιου οικοσυστήματος. Στην περίπτωση που τα μέτρα επηρεάζουν σκάφη άλλων κρατών μελών, πρέπει να διεξάγονται διαβουλεύσεις με την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τα οικεία περιφερειακά γνωμοδοτικά συμβούλια. Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να θεσπίσουν άλλα μέτρα για τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία τους με σκοπό τη διατήρηση και τη διαχείριση των αποθεμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούν τους στόχους της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΚΑΠ).

Αναπροσαρμογή της αλιευτικής ικανότητας

Τα κράτη μέλη οφείλουν να προσαρμόσουν την αλιευτική τους ικανότητα, προκειμένου να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ της αλιευτικής ικανότητας και των αλιευτικών δυνατοτήτων. Δεδομένης της κρίσιμης κατάστασης πολλών αποθεμάτων στα ευρωπαϊκά ύδατα, αποφασίστηκε το «πάγωμα» της συνολικής αλιευτικής ικανότητας του κοινοτικού στόλου από τις 31 Δεκεμβρίου 2002. Έτσι, η είσοδος στο στόλο ενός νέου αλιευτικού σκάφους είναι δυνατή μόνον εφόσον έχει προηγηθεί η έξοδος ενός άλλου της ίδιας χωρητικότητας (μετρούμενης σε χωρητικότητα «GT» και σε ισχύ των μηχανών «kW»). Από την 1η Ιανουαρίου 2003, οι μόνες αυξήσεις χωρητικότητας που επιτρέπονται χωρίς να πρέπει να συνδυάζονται με έξοδο είναι οι περιπτώσεις εκσυγχρονισμού σκαφών με σκοπό τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγιεινής επί του σκάφους.

Οι αναγκαίες μειώσεις χωρητικότητας εντάσσονται στα σχέδια διαχείρισης και ανάκτησης. Κάθε απόσυρση σκάφους με δημόσια ενίσχυση (εκ μέρους του κράτους μέλους ή/και της Κοινότητας) είναι οριστική και επομένως το σκάφος που έχει αποσυρθεί δεν είναι δυνατόν να αντικατασταθεί. Η Επιτροπή διαβιβάζει κάθε χρόνο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σύνοψη των αποτελεσμάτων των προσπαθειών που κατέβαλαν τα κράτη μέλη για να επιτύχουν διαρκή ισορροπία μεταξύ της αλιευτικής ικανότητας και των αλιευτικών δυνατοτήτων. Η σύνοψη αυτή βασίζεται στις ετήσιες εκθέσεις των κρατών μελών. Η Επιτροπή διαχειρίζεται επίσης ένα κοινοτικό μητρώο του αλιευτικού στόλου, που περιέχει όλα τα στοιχεία σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τις δραστηριότητες των σκαφών τα οποία απαιτούνται για την παρακολούθηση της ορθής εφαρμογής της ΚΑΠ.

Πρόσβαση στα ύδατα και στους αλιευτικούς πόρους

Τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη έχουν ελεύθερη πρόσβαση στα ύδατα και στους πόρους, εξαιρουμένων των υδάτων που βρίσκονται εντός της ζώνης των 12 παράκτιων μιλίων που τελεί υπό την κυριαρχία των κρατών μελών (παράρτημα Ι). Ιδιαίτεροι κανόνες εφαρμόζονται για τη ζώνη των νήσων Shetland (Shetland Box) (παράρτημα ΙΙ). Το Συμβούλιο καθορίζει ετησίως τις συνολικές ποσότητες της επιτρεπόμενης σύλληψης (TAC) και οι αλιευτικές δυνατότητες κατανέμονται μεταξύ των κρατών μελών, διασφαλίζοντας σε καθένα από αυτά σχετική σταθερότητα των αλιευτικών δραστηριοτήτων για κάθε απόθεμα ή αλιευτική περιοχή. Τα κράτη μέλη είναι στη συνέχεια ελεύθερα να κατανείμουν τις προαναφερόμενες αλιευτικές δυνατότητες μεταξύ των αλιευτικών τους σκαφών και δύνανται επίσης να ανταλλάξουν εκείνες που τους έχουν κατανεμηθεί. Το Συμβούλιο αποφασίζει επίσης για τις αλιευτικές δυνατότητες τρίτων χωρών που έχουν πρόσβαση στα κοινοτικά ύδατα.

Έλεγχος και εφαρμογή

Θεσπίστηκε ευρωπαϊκό σύστημα ελέγχου της αλιείας προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής (ΚΑΠ) σε όλη την παραγωγική αλυσίδα, από την αρχή μέχρι το τέλος, δηλαδή από τη βάρκα στον λιανοπωλητή. Οι έλεγχοι συνεχίζουν να διενεργούνται στη θάλασσα, ωστόσο ενισχύονται στους λιμένες, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, στις μονάδες μεταποίησης, στις αγορές, κλπ, ώστε να εξακριβώνεται ότι τα αλιεύματα έχουν αλιευθεί νόμιμα.

Το σύστημα ελέγχου εφαρμόζεται σε όλες τις αλιευτικές δραστηριότητες που ασκούνται στα ύδατα της ΕΕ και σε όλες τις δραστηριότητες των αλιευτικών σκαφών της ΕΕ και των υπηκόων της ΕΕ, ανεξαρτήτως του τόπου όπου ασκούνται. Επίσης, εφαρμόζεται στην μεταποίηση και την εμπορία των αλιευτικών προϊόντων, στην ερασιτεχνική αλιεία ευαίσθητων ιχθυαποθεμάτων, και στην υδατοκαλλιέργεια.

Λήψη αποφάσεων και διαβούλευση

Οι αποφάσεις για την αλιεία λαμβάνονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, βάσει της πρότασης της Επιτροπής και έπειτα από διαβουλεύσεις με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απόφαση λαμβάνεται με τη σύμφωνη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει η απόφαση 1999/468/ΕΚ για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή.

Η Επιτροπή επικουρείται από τη συμβουλευτική επιτροπή αλιείας και υδατοκαλλιέργειας (ΣΕΑΥ), η οποία δημιουργήθηκε το 1971. Η ΣΕΑΥ είναι ένα φόρουμ μόνιμου διαλόγου με τη βιομηχανία. Τα 21 μέλη της εκπροσωπούν τους βασικούς κλάδους της βιομηχανίας της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας (την παραγωγή, τη μεταποίηση και το εμπόριο) καθώς και τις ομάδες και τις οργανώσεις καταναλωτών που ασχολούνται με την προστασία τού περιβάλλοντος και της ανάπτυξης. Η ΣΕΑΥ αποτελείται από τέσσερις ομάδες εργασίας, αρμόδιες να προετοιμάζουν τις γνωμοδοτήσεις της:

  • Ομάδα 1: Πρόσβαση στους πόρους και διαχείριση των αλιευτικών δραστηριοτήτων,
  • Ομάδα 2: Υδατοκαλλιέργεια: ιχθυοκαλλιέργειες, καλλιέργειες μαλακοστράκων και μαλακίων,
  • Ομάδα 3: Αγορές και εμπορική πολιτική,
  • Ομάδα 4: Γενικές υποθέσεις: οικονομία και ανάλυση του κλάδου.

Για να ενισχυθεί η συμμετοχή του κλάδου της αλιείας και των άλλων κύκλων που ενδιαφέρει η ΚΑΠ, ιδρύονται περιφερειακά γνωμοδοτικά συμβούλια (ΠΓΣ), τα οποία καλύπτουν τις θαλάσσιες ζώνες και περιοχές που υπάγονται στη δικαιοδοσία τουλάχιστον δύο κρατών μελών. Τα RAC απαρτίζονται από αντιπροσώπους του αλιευτικού κλάδου και άλλων ομάδων που θίγει η ΚΑΠ, όπως ομάδων προστασίας του περιβάλλοντος ή των καταναλωτών. Οι επιστημονικοί κύκλοι καλούνται να συμμετάσχουν ως εμπειρογνώμονες στις εργασίες των περιφερειακών γνωμοδοτικών συμβουλίων. Η Επιτροπή μπορεί να συμβουλευθεί τα RAC σχετικά με την εφαρμογή και την επεξεργασία των σχεδίων διαχείρισης ή ανάκτησης, επί παραδείγματι. Τα Συμβούλια υποβάλλουν επίσης συστάσεις, κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, και ενημερώνουν την Επιτροπή ή τα οικεία κράτη μέλη σχετικά με τα προβλήματα εφαρμογής της ΚΑΠ.

Για θέματα σχετικά με τη διατήρηση και τη διαχείριση των έμβιων υδρόβιων πόρων, ζητείται τακτικά η γνώμη της Επιστημονικής, Τεχνικής και Οικονομικής Επιτροπής Αλιείας (ΕΤΟΕΑ), στην οποία συμμετέχουν επιστημονικοί εμπειρογνώμονες ανώτατου επιπέδου. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις συμβουλές της ΕΤΟΕΑ κατά την επεξεργασία προτάσεων για τη διαχείριση της αλιείας.

Πριν από τα τέλη του 2012, η Επιτροπή θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση με αντικείμενο τη διατήρηση και τη βιωσιμότητα καθώς και την αναπροσαρμογή της αλιευτικής ικανότητας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Πράξη Έναρξη ισχύος Προθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών Επίσημη Εφημερίδα

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2371/2002

1.1.2003

-

EE L 358 της 31.12.2002

ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

Παρεκκλίσεις για τη διαχείρηση αλιευτικών στόλων που είναι νηολογημένοι σε εξόχως απόκεντρες περιοχές της Κοινότητας:
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 639/2004 [Επίσημη Εφημερίδα L 102 της 7.4.2004].
Τροποποιήθηκε από:
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1646/2006 [Επίσημη Εφημερίδα L 309 της 9.11.2006],
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1207/2008 [Επίσημη Εφημερίδα L 327 της 5.12.2008].
Δεδομένης της σημασίας του αλιευτικού κλάδου για τις περιοχές αυτές, ο συγκεκριμένος κανονισμός συνεκτιμά την ιδιαίτερη διαρθρωτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εν λόγω περιοχών σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των αλιευτικών στόλων.

Παρεκκλίσεις που επιτρέπονται στα νέα κράτη μέλη από ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 σχετικά με τα επίπεδα αναφοράς των αλιευτικών στόλων:
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1242/2004 [Επίσημη Εφημερίδα L 236 της 7.7.2004],
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 783/2007 [Επίσημη Εφημερίδα L 175 της 5.7.2007].
Οι κανονισμοί αυτοί προβλέπουν παρεκκλίσεις για τα νέα κράτη μέλη σχετικά με τα επίπεδα αναφοράς και τη χορήγηση ενισχύσεων για τη ανανέωση του στόλου.

Πράξη(-εις) τροποποίησης Θέση σε ισχύ Προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών Επίσημη Εφημερίδα

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 865/2007

27.7.2007

-

ΕΕ L 192 της 24.7.2007

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1224/2009

23.12.2009

-

EE L 343 της 22.12.2009

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1152/2012

21.12.2012

-

EE L 343 της 14.12.2012

Οι διαδοχικές τροποποιήσεις και διορθώσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 έχουν ενσωματωθεί στο βασικό κείμενο.

ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Αλιευτικές δυνατότητες

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 40/2013 του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 2013 , σχετικά με τον καθορισμό, για το 2013, των αλιευτικών δυνατοτήτων οι οποίες στα ύδατα ΕΕ και οι οποίες παρέχονται σε σκάφη ΕΕ σε ορισμένα ύδατα εκτός ΕΕ για ορισμένα αποθέματα ιχθύων ή ομάδες αποθεμάτων ιχθύων που αποτελούν αντικείμενο διεθνών διαπραγματεύσεων ή συμφωνιών [Επίσημη Εφημερίδα L 23 της 25.1.2013].

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 39/2013 του Συμβουλιου, της 21ης Ιανουαρίου 2013 , σχετικά με τον καθορισμό, για το 2013, των αλιευτικών δυνατοτήτων που διατίθενται σε σκάφη ΕΕ, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων που δεν αποτελούν αντικείμενο διεθνών διαπραγματεύσεων ή συμφωνιών [Επίσημη Εφημερίδα L 23 της 25.1.2013].

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1262/2012 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2012 , περί καθορισμού για το 2013 και το 2014, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων βαθέων υδάτων, των αλιευτικών δυνατοτήτων για τα σκάφη της ΕΕ [Επίσημη Εφημερίδα L 356 της 22.12.2012].

Ο στόλος

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1013 /2010 της Επιτροπής της 10ης Νοεμβρίου 2010 για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής για την πολιτική της Ένωσης που αφορά τον στόλο όπως ορίζεται στο κεφάλαιο III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου [Επίσημη Εφημερίδα L 293 της 11.11.2010].
Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε όλα τα κοινοτικά σκάφη, εξαιρουμένων εκείνων που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στην υδατοκαλλιέργεια και εκείνων που είναι νηολογημένα στις γαλλικές, ισπανικές και πορτογαλικές απόκεντρες περιφέρειες. Ορίζει τους τύπους που καθορίζουν τα επίπεδα αναφοράς όσον αφορά τη χωρητικότητα (GT) και την ισχύ για κάθε κράτος μέλος, από την 1η Ιανουαρίου 2003. Επίσης, καθορίζει τους όρους επιλεξιμότητας για την αύξηση της χωρητικότητας. Κάθε κράτος μέλος πρέπει να συλλέξει τις πληροφορίες που αφορούν την εφαρμογή της ΚΑΠ, και την απόσυρση (ή αντικατάσταση) ενός σκάφους από το στόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οποιοσδήποτε εκσυγχρονισμός σκάφους που επισύρει τροποποίηση της αλιευτικής του ικανότητας πρέπει επίσης να επισημαίνεται.

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 26/2004 της Επιτροπής της 30ής Δεκεμβρίου 2003 σχετικά με το μητρώο του κοινοτικού αλιευτικού στόλου [Επίσημη Εφημερίδα L 5 της 9.1.2004].
Ο κανονισμός αυτός καθορίζει τα ελάχιστα δεδομένα, τα οποία πρέπει να εμφαίνονται στο εθνικό μητρώο που τηρεί ένα κράτος μέλος για τα σκάφη που φέρουν τη σημαία του. Καθορίζει επίσης τις υποχρεώσεις των κρατών μελών σχετικά με τη συλλογή, την επικύρωση και τη διαβίβαση των δεδομένων αυτών στην Επιτροπή, καθώς και τις υποχρεώσεις της Επιτροπής σχετικά με τη διαχείριση του κοινοτικού μητρώου αλιευτικού στόλου. Κάθε σκάφος προσδιορίζεται μέσω ενός αποκλειστικού αριθμού αναγνώρισης CFR (Community Fleet Register) που του χορηγείται οριστικά και δεν μπορεί να χορηγηθεί εκ νέου σε άλλο σκάφος.
Βλέπε ενοποιημένη έκδοση

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 08.02.2013
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας