RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 23 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  BG - CS - ET - GA - LV - LT - HU - MT - PL - RO - SK - SL

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Η διαδικασία προσχώρησης ενός νέου κράτους μέλους

Μετά την πέμπτη, άνευ προηγουμένου, διεύρυνση, η ΕΕ άρχισε σταδιακά να εφαρμόζει μια διαδικασία καθοδήγησης και υποστήριξης των υποψήφιων χωρών προκειμένου αυτές να προετοιμαστούν καταλλήλως ώστε να αταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ως κράτη μέλη, ιδίως κατά τη μεταβατική φάση των μεταρρυθμίσεων, της υιοθέτησης και εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου.

ΣΥΝΟΨΗ

Νομική βάση

Η ΕΕ είναι ανοικτή προς κάθε ευρωπαϊκή χώρα σύμφωνα με το άρθρο 49 της της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) που αποτελεί και τη νομική βάση για την ένταξη μιας χώρας. Ωστόσο, προκειμένου να προσχωρήσει στην ΕΕ, η υποψήφια ευρωπαϊκή χώρα οφείλει να σέβεται τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 1 της ΣΕΕ περί των κοινών αρχών των κρατών μελών που αποτελούν και τον θεμέλιο λίθο της ΕΕ, ήτοι ελευθερία, δημοκρατία, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών ελευθεριών καθώς και του κράτους δικαίου.

Βάσει του άρθρου 49 της ΣΕΕ, κάθε ευρωπαϊκό κράτος που επιθυμεί να προσχωρήσει στην ΕΕ οφείλει να υποβάλει το σχετικό αίτημα στο Συμβούλιο. Με τη σειρά του, το Συμβούλιο, πριν αποφασίσει, οφείλει να συμβουλευτεί την Επιτροπή και να λάβει τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών από τα οποία απαρτίζεται. Εν συνεχεία, το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα.

Οι όροι προσχώρησης και οι προσαρμογές των συνθηκών και των θεσμών τις οποίες συνεπάγεται αυτή η προσχώρηση καθορίζονται κατόπιν συμφωνίας των κρατών μελών και της υποψήφιας χώρας. Η εν λόγω συμφωνία ή συνθήκη προσχώρησης πρέπει να επικυρωθεί από όλα τα συμβαλλόμενα κράτη.

Διαδικασία προσχώρησης

Κάθε αίτημα προσχώρησης υποβάλλεται προς γνωμοδότηση στην Επιτροπή και το Συμβούλιο καλείται να αποφασίσει επ' αυτού. Ακόμα και αφού έχει αναγνωριστεί στην αιτούσα χώρα το καθεστώς του υποψήφιου προς ένταξη κράτους, αυτό δεν συνεπάγεται ότι ξεκινούν αμέσως οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Γι' αυτόν το σκοπό, η χώρα θα πρέπει να πληροί έναν συγκεκριμένο αριθμό προϋποθέσεων.

Όποια χώρα επιθυμεί την προσχώρησή της στην ΕΕ οφείλει να συμμορφωθεί με τα κριτήρια προσχώρησης ή με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, βάσει των οποίων η Επιτροπή γνωμοδοτεί επί του αιτήματος προσχώρησης. Τα κριτήρια αυτά καθορίστηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης το 1993 και συμπληρώθηκαν κατόπιν στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Μαδρίτης το 1995. Πρόκειται δε για τα εξής:

  • πολιτικά κριτήρια: σταθερότητα των θεσμών που διασφαλίζουν τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα καθώς και το σεβασμό και την προστασία των μειονοτήτων·
  • οικονομικά κριτήρια: ύπαρξη βιώσιμης οικονομίας της αγοράς, καθώς και η ικανότητα αντιμετώπισης των ανταγωνιστικών πιέσεων και των δυνάμεων της αγοράς στο εσωτερικό της ΕΕ·
  • ικανότητα ανταπόκρισης στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και τις πολιτικές της ΕΕ (ή το «κεκτημένο»), συμπεριλαμβανομένων των στόχων της πολιτικής, οικονομικής και νομισματικής ένωσης·
  • δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για την ένταξη μέσω της προσαρμογής της διοικητικής οργάνωσης.

Στην περίπτωση των χωρών των δυτικών Βαλκανίων, σύμφωνα με το χάρτη πορείας που πρότεινε το 2005 η Επιτροπή και υιοθέτησε το 2006 το Συμβούλιο, τα θετικά αποτελέσματα μιας χώρας αναφορικά με τη συμμόρφωσή της προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμφωνία σταθεροποίησης και σύνδεσης (ιδίως ως προς τις εμπορικές διατάξεις) θα ληφθούν σημαντικά υπ' όψιν ενόψει της εξέτασης ενδεχόμενου αιτήματος προσχώρησης.

Επίσης, η ικανότητα απορρόφησης εκ μέρους της ΕΕ αποτελεί άλλο ένα ουσιώδες στοιχείο ενόψει οποιασδήποτε περαιτέρω διεύρυνσης. Σύμφωνα με την ικανότητα απορρόφησης (ή ικανότητα ενσωμάτωσης), η διεύρυνση της Ένωσης θα πρέπει να μπορεί να εμβαθύνει ως προς την ενσωμάτωση μέσω αποτελεσματικών θεσμών και πολιτικών υποδοχής νέων μελών. Αυτά τα νέα μέλη οφείλουν από την πλευρά τους να είναι καλά προετοιμασμένα για την απόκτηση του νέου καθεστώτος του κράτους μέλους. Η ικανότητα ενσωμάτωσης της ΕΕ προϋποθέτει εξάλλου ότι η διεύρυνσή της θα τύχει της αποδοχής της κοινής γνώμης στα κράτη μέλη αλλά και στις υποψήφιες χώρες.

Από τη στιγμή που οι χώρες με την ιδιότητα του υποψήφιου προς ένταξη κράτους πληρούν αυτά τα κριτήρια, οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις μπορούν πλέον να ξεκινήσουν. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφασίζει για την ημερομηνία έναρξης των διαπραγματεύσεων με βάση τη γνώμη της Επιτροπής.

Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις αποτελούν τη βάση της ενταξιακής διαδικασίας και αφορούν την υιοθέτηση, την υλοποίηση και εφαρμογή του κεκτημένου εκ μέρους των υποψήφιων χωρών. Στόχος τους δε είναι η αρωγή των υποψήφιων χωρών ώστε να είναι έτοιμες να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ως κράτη μέλη από τη στιγμή που θα έχει ολοκληρωθεί η ένταξή τους. Οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιούνται ξεχωριστά, βάσει των ιδιαίτερων πλεονεκτημάτων κάθε υποψήφιας χώρας, συνεπώς ο βαθμός προετοιμασίας ποικίλλει από χώρα σε χώρα.

Η έκβαση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων εξαρτάται από ένα διαπραγματευτικό πλαίσιο που έχει καταρτίσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατόπιν σχετικής πρότασης της Επιτροπής. Δείχνει δε την κατεύθυνση στην οποία θα πρέπει να κινηθούν οι διαπραγματεύσεις και λαμβάνει υπ' όψιν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε υποψήφιας χώρας, ήτοι:

  • τις αρχές και τις διαδικασίες των διαπραγματεύσεων·
  • τα σημεία προς διαπραγμάτευση, ήτοι τα δημοσιονομικά θέματα, τις προσωρινές παρεκκλίσεις, τα μέτρα διασφάλισης στους επιμέρους τομείς του κεκτημένου (π.χ. η ελεύθερη διακίνηση των προσώπων, οι διαρθρωτικές πολιτικές ή η γεωργία) και τα οποία μπορούν να θιγούν κατά την πορεία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων·
  • τη σύνδεση των πολιτικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων της υποψήφιας χώρας με την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων·
  • την έκβαση των διαπραγματεύσεων που βρίσκονται σε εκκρεμότητα·
  • τον αντικειμενικό στόχο της προσχώρησης.

Οι διαπραγματεύσεις αφορούν το κοινοτικό κεκτημένο όπως αυτό είναι χωρισμένο σε κεφάλαια, τα οποία με τη σειρά τους αντιστοιχούν σε έναν συγκεκριμένο τομέα. Οι διαπραγματεύσεις ξεκινούν με μια προπαρασκευαστική φάση ή μια διεξοδική ανάλυση του κεκτημένου (το λεγόμενο «screening») εκ μέρους της Επιτροπής. Η ανάλυση αυτή αποσκοπεί στην αξιολόγηση του βαθμού ετοιμότητας της εκάστοτε υποψήφιας χώρας, στην εξοικείωση των υποψήφιων χωρών με το κεκτημένο καθώς και στoν προσδιορισμό των κεφαλαίων που θα ανοίξουν βάσει των κριτηρίων αναφοράς («benchmarks») όπως αυτά ορίζονται για το άνοιγμα του κεφαλαίου. Τα κριτήρια αναφοράς αφορούν τα προπαρασκευαστικά στάδια που απαιτούνται για τη μελλοντική εναρμόνιση και συμμόρφωση με τις συμβατικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμφωνίες σύνδεσης σε σχέση με το κεκτημένο. Το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα ως προς τυχόν κριτήρια αναφοράς ή το άνοιγμα ενός κεφαλαίου κατόπιν σχετικής σύστασης της Επιτροπής.

Οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιούνται στο πλαίσιο διμερών διακυβερνητικών συναντήσεων με τη συμμετοχή αφενός όλων των κρατών μελών και αφετέρου της υποψήφιας χώρας.

Οι διαπραγματεύσεις με αντικείμενο το εκάστοτε κεφάλαιο ολοκληρώνονται όταν η υποψήφια χώρα πληροί πλέον τα κριτήρια αναφοράς (benchmarks) που αναφέρονται στο κλείσιμο ενός κεφαλαίου (για παράδειγμα τα νομοθετικά μέτρα, οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές, οι διάφορες παράμετροι του κεκτημένου που θα έχουν εφαρμοστεί καταλλήλως, μια βιώσιμη οικονομία της αγοράς για τα οικονομικά κεφάλαια κ.τ.λ.) και αφού θα έχει αποδεχθεί το σχέδιο κοινής θέσης της ΕΕ που κατήρτισε η Επιτροπή και ενέκρινε ομόφωνα το Συμβούλιο. Ωστόσο, κεφάλαια που έχουν ήδη κλείσει μπορούν πάντα να ξανανοίξουν αν οι υποψήφιες χώρες παύσουν να πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.

Σύμφωνα με το πλαίσιο διαπραγματεύσεων, οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις μπορούν να ανασταλούν σε περίπτωση σοβαρής και επανειλημμένης παραβίασης των θεμελιωδών αρχών της ΕΕ. Σε μια τέτοια περίπτωση η Επιτροπή μπορεί να εισηγηθεί με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του ενός τρίτου των κρατών μελών την αναστολή των διαπραγματεύσεων καθώς και τους όρους επανέναρξής τους. Το Συμβούλιο υιοθετεί τη σύσταση με ειδική πλειοψηφία και ύστερα από ακρόαση της ενδιαφερόμενης χώρας.

Αφού κλείσουν όλα τα κεφάλαια των διαπραγματεύσεων, η ενταξιακή διαδικασία ολοκληρώνεται και η ένταξη μπορεί να υλοποιηθεί με τη σύναψη ενός συμφώνου, της συνθήκης προσχώρησης, μεταξύ των κρατών μελών και της υποψήφιας χώρας. Εντούτοις, το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα την ολοκλήρωση της διαδικασίας κατόπιν γνωμοδότησης της Επιτροπής και με τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η συνθήκη προσχώρησης συμπεριλαμβάνει τα εξής:

  • τα αποτελέσματα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, τους όρους προσχώρησης και τα μέτρα διασφάλισης ή τα αντισταθμιστικά μέτρα για τους τομείς όπου χρειάζεται περαιτέρω εμβάθυνση, όπως προκύπτει από την τελευταία αξιολόγηση της Επιτροπής·
  • την προσαρμογή των θεσμικών οργάνων και των συνθηκών όπως η κατανομή των ψήφων στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή ο αριθμός των ευρωβουλευτών, των μελών της Επιτροπής των Περιφερειών κ.τ.λ.·
  • την ημερομηνία προσχώρησης.

Κατά την περίοδο που μεσολαβεί μεταξύ της σύναψης της συνθήκης προσχώρησης και της ημερομηνίας προσχώρησης, η συνθήκη υποβάλλεται προς κύρωση από το μελλοντικό καθώς και όλα τα άλλα κράτη μέλη. Η υποψήφια χώρα θεωρείται πλέον προσχωρούσα χώρα και ακολουθεί την ενταξιακή διαδικασία προσαρμόζοντας τους τομείς όπου εντοπίζονται αδυναμίες και στους οποίους καλείται να σημειώσει πρόοδο υπό την στενή επίβλεψη της Επιτροπής.

Μέσα της ενταξιακής διαδικασίας

Για κάθε ενταξιακή διαδικασία και κάθε υποψήφια χώρα υπάρχει μια προενταξιακή στρατηγική προκειμένου αυτή να βοηθηθεί στην προετοιμασία της για τη μελλοντική της προσχώρηση. Αυτή η προενταξιακή στρατηγική ορίζει το πλαίσιο και τα μέσα της διαδικασίας (όπως παρατίθενται παρακάτω) που θα βοηθήσουν τις υποψήφιες χώρες κατά την προετοιμασία τους.

Οι διμερείς συμφωνίες μεταξύ ΕΕ και κάθε υποψήφιας χώρας αποτελούν το διμερές πλαίσιο διαλόγου και διαπραγματεύσεων. Πρόκειται, για παράδειγμα, για τη συμφωνία σύνδεσης και τελωνειακής ένωσης με την Τουρκία καθώς και για τις συμφωνίες σταθερότητας και σύνδεσης με τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων.

Ο διάλογος σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο με θέμα αντιστοίχως τα πολιτικά και οικονομικά κριτήρια καθώς και τα κριτήρια σύγκλισης πραγματοποιείται μεταξύ της ΕΕ και κάθε υποψήφιας χώρας με σκοπό την παγίωση της διαδικασίας, τα δε αποτελέσματα του εν λόγω διαλόγου ενσωματώνονται στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Οι εταιρικές σχέσεις ενόψει της προσχώρησης ορίζουν ένα ξεχωριστό πλαίσιο για κάθε υποψήφια χώρα με σκοπό την προετοιμασία της για την προσχώρηση. Εκεί εκτίθενται αναλυτικά οι αρχές και οι τομείς προτεραιότητας (με τη μορφή βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων προτεραιοτήτων) βάσει των κριτηρίων της Κοπεγχάγης, στους οποίους χρειάζεται ενίσχυση των θεσμών και των υποδομών και/ή της νομοθεσίας ή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων. Οι εταιρικές σχέσεις ενόψει της προσχώρησης αποτελούν επίσης ένα πλαίσιο αναφοράς για την οικονομική ενίσχυση που προβλέπεται μέσω των κοινοτικών κονδυλίων.

Τα εθνικά προγράμματα για την εφαρμογή του κεκτημένου (ΕΠΕΚΚ) έχουν προβλεφθεί στα πλαίσια των εταιρικών σχέσεων για την προσχώρηση και εκπονούνται από κάθε υποψήφια χώρα. Περιλαμβάνουν ένα χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των προτεραιοτήτων όπως αυτές ορίζονται από τις εν λόγω εταιρικές σχέσεις καθώς και το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό και οικονομικούς πόρους.

Η συμμετοχή στα προγράμματα, στους οργανισμούς και στις επιτροπές της ΕΕ είναι ελεύθερη για τις υποψήφιες χώρες επιτρέποντάς τους να συμμετέχουν επί ίσοις όροις με τα κράτη μέλη. Η υποψήφια χώρα καλείται να συνεισφέρει οικονομικά και βάσει αυτού η προενταξιακή χρηματοδοτική βοήθεια μπορεί να καλύψει μέρος αυτής της εισφοράς. Ωστόσο, οι υποψήφιες χώρες δεν έχουν παρά ρόλο απλού παρατηρητή στα προγράμματα όπου συμμετέχουν και παρίστανται μόνο στις συνεδριάσεις των επιτροπών παρακολούθησης που τις αφορούν άμεσα. Η συμμετοχή τους δε στους οργανισμούς μπορεί να είναι πλήρης ή μερική αναλόγως με τον οργανισμό.

Συνεπώς, η συμμετοχή στα προγράμματα, στους οργανισμούς και στις επιτροπές της ΕΕ για την προώθηση της συνεργασίας και των ανταλλαγών μεταξύ των κρατών μελών έχει ως στόχο την εξοικείωση των υποψήφιων χωρών με την κοινοτική πολιτική και τα όργανά της. Μπορεί δε να αφορά διάφορους τομείς όπως η εκπαίδευση, η κατάρτιση, η νεολαία, το περιβάλλον, η υγεία κ.τ.λ.

Η αξιολόγηση εκ μέρους της Επιτροπής («monitoring») ξεκινά από τη στιγμή υποβολής του αιτήματος προσχώρησης και συνεχίζεται μέχρι του σημείου της πλήρους ένταξης της υποψήφιας χώρας στην ΕΕ.

Αυτή η αξιολόγηση αποτελεί το αντικείμενο ετήσιων εκθέσεων (τακτικές εκθέσεις) στις οποίες η Επιτροπή εκτιμά το βαθμό ετοιμότητας των υποψήφιων χωρών να αναλάβουν τις υποχρεώσεις τους ως κράτη μέλη. Οι εκθέσεις έχουν μια παρόμοια διάρθρωση που περιλαμβάνει μια λεπτομερή αξιολόγηση βάσει των κριτηρίων της Κοπεγχάγης, συμπεριλαμβανομένης μιας αξιολόγησης κεφάλαιο προς κεφάλαιο της υιοθέτησης και της εφαρμογής του κεκτημένου.

Σε πιο τακτά χρονικά διαστήματα, και συμπληρωματικά προς την ετήσια αξιολόγησή της, η Επιτροπή έχει εφαρμόσει μια διαδικασία παρακολούθησης της εξέλιξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Η συγκεκριμένη διαδικασία εντάσσεται στα πλαίσια των ευρύτερων διαπραγματεύσεων και αποσκοπεί στην εκτίμηση του βαθμού ευθυγράμμισης των υποψήφιων χωρών με το κεκτημένο καθώς και το βαθμό εφαρμογής του. Αυτή η αξιολόγηση δημοσιεύεται τακτικά στις εκθέσεις παρακολούθησης.

Ο διάλογος με την κοινωνία των πολιτών έχει ως σκοπό τη σύναψη δεσμών μεταξύ των κοινωνιών της ΕΕ και των υπό ένταξη χωρών· έχει δε αποκτήσει μια ιδιάζουσα διάσταση με δεδομένη την ανάγκη περαιτέρω σύνδεσης της κοινωνίας των πολιτών με την ΕΕ με απώτερο στόχο την εμπέδωση της αμοιβαίας κατανόησης και εξοικείωσης.

Η προενταξιακή χρηματοδοτική βοήθεια αποσκοπεί στο να συνδράμει τις υποψήφιες χώρες σε αυτό το μεταβατικό στάδιο και την προσπάθειά τους να εφαρμόσουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση των θεσμών και τη δημιουργία των υποδομών στο πλαίσιο πάντα της ευθυγράμμισης και της υλοποίησης του κεκτημένου. Αυτή η βοήθεια στοχεύει στην περιφερειακή και διασυνοριακή συνεργασία καθώς και στην περιφερειακή ανάπτυξη. Στοχεύει επίσης στην προετοιμασία των υποψήφιων χωρών για τη συμμετοχή τους στα Διαρθρωτικά Ταμεία της ΕΕ.

Υπάρχει μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ προενταξιακής βοήθειας και διαδικασίας υπό την έννοια ότι η πρώτη έχει ως αντικείμενο να υποστηρίξει τη δεύτερη, η οποία με τη σειρά της καθορίζει τη βοήθεια. Γι' αυτόν το λόγο αυτή η μεσοπρόθεσμη βοήθεια θα πρέπει να προσαρμόζεται αναλόγως με το βαθμό προόδου που έχουν σημειώσει οι υποψήφιες χώρες και τον προσδιορισμό νέων προτεραιοτήτων. Αρχικά, το κύριο μέσο χρηματοοικονομικής πολιτικής, το πρόγραμμα Phare - το οποίο είχε θεσπιστεί με την προοπτική της στήριξης των μεταρρυθμίσεων καθώς και της πολιτικής και οικονομικής μετάβασης της Ουγγαρίας και της Πολωνίας το 1989 - σύντομα εξελίχθηκε στο κύριο μέσο παροχής βοήθειας ενόψει της ενταξιακής προετοιμασίαςς των υποψήφιων χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η δράση αυτή ενισχύθηκε με την εφαρμογή του μέσου προενταξιακών διαρθρωτικών πολιτικών (ISPA) καθώς και του ειδικού προγράμματος ένταξης για τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη (SAPARD) για την περίοδο 2000-2006.

Για την περίοδο 2007-2013, η οικονομική ενίσχυση που θα δοθεί στις υποψήφιες χώρες (καθώς και τις εν δυνάμει υποψήφιες χώρες των δυτικών Βαλκανίων) θα είναι υπό τη μορφή του μέσου προενταξιακής βοήθειας (IAP). Δεδομένου ότι πρόκειται για έναν ευέλικτο μηχανισμό, το IAP χορηγεί βοήθεια ανάλογη με την πρόοδο που έχει πραγματοποιηθεί από τις δικαιούχους χώρες και από τις ανάγκες τους έτσι όπως αυτές προκύπτουν από τις αξιολογήσεις και τα ετήσια έγγραφα στρατηγικής της Επιτροπής.

Επιπλέον, οι υποψήφιες χώρες μπορούν να επωφεληθούν από τη συγχρηματοδότηση των διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με τα οποία η Επιτροπή έχει συνάψει σχετικές συμφωνίες. Αυτές οι συμφωνίες επιτρέπουν όχι μόνο την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ αυτών των ιδρυμάτων αλλά και τη βέλτιστη διοχέτευση των απαραίτητων δανείων και κονδυλίων για την προενταξιακή διαδικασία. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων [ΕΤΕπ] (DE) (EN) (FR), ως επίσημο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα αναγνωρισμένο από την ΕΕ, διαδραματίζει επίσης έναν διόλου αμελητέο ρόλο.

Πλαίσιο

Από το έτος ίδρυσής της, το 1957, η ΕΕ γνώρισε συνολικά πέντε διευρύνσεις. Από τα 6 ιδρυτικά κράτη μέλη, πλέον διαθέτει 27. Η διευρύνσεις του 2004 και του 2007 ήταν άνευ προηγουμένου λόγω του αριθμού των χωρών που προσχώρησαν αλλά και εξαιτίας της πρόκλησης που συνιστούσε η ένταξη αυτών των χωρών για την ΕΕ. Πράγματι, τόσο η οικονομική όσο και η πολιτική κατάσταση στις περισσότερες από αυτές τις χώρες έχρηζε περαιτέρω προετοιμασίας πριν από την προσχώρησή τους στην ΕΕ. Επιπροσθέτως, η ίδια η ΕΕ έπρεπε να προετοιμαστεί καταλλήλως ώστε να είναι σε θέση να απορροφήσει και να υποδεχθεί στους κόλπους της τις εν λόγω χώρες. Γι' αυτόν το λόγο η διαδικασία της διεύρυνσης υπήρξε πιο διεξοδική έτσι ώστε να μπορέσουν οι χώρες αυτές να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ως κράτη μέλη κατά την προσχώρησή τους και προκειμένου να βοηθηθούν κατά τη μεταβατική περίοδο, τη διαδικασία μεταρρυθμίσεων και την προετοιμασία για την προσχώρηση.

Κατ' αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τις επιθυμίες των ιδρυτών της και μέσα στο πνεύμα των συνθηκών, η ΕΕ έρχεται να εκπληρώσει το ρόλο της ως χώρου ενότητας μέσω της διαφορετικότητας, ως παράγοντα σταθερότητας και ευημερίας που συνενώνει χώρες με κοινά οράματα και αξίες όπως η ελευθερία, η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το παρόν δελτίο δεν δεσμεύει νομικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν καλύπτει διεξοδικά όλους τους τομείς και δεν ερμηνεύει το κείμενο της συνθήκης.

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 28.02.2007
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας