RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Αποδοτικότητα και ισότητα στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης

Η Επιτροπή υποβάλλει προτάσεις στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εθνικές εμπειρίες και τις ερευνητικές εργασίες για μια ποιοτική εκπαίδευση και κατάρτιση με βάση τις αρχές της αποδοτικότητας και της ισότητας * . Η ενσωμάτωση αυτών των αρχών σε όλα τα επίπεδα του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης θα πρέπει να εγγυάται την πρόσβαση όλων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση και ειδικότερα την πρόσβαση των πλέον μειονεκτούντων ατόμων. Η ενσωμάτωση των αρχών αυτών θα συμβάλει τόσο στην επίτευξη των στόχων όσο και θα βοηθήσει να μειωθεί βραχυπρόθεσμα το κόστος το οποίο οφείλεται στις ανισότητες στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης, καθώς και να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις τόσο εντός όσο και εκτός ΕΕ.

ΠΡΑΞΗ

Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της 8ης Σεπτεμβρίου 2006, «Αποδοτικότητα και ισότητα στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης» [COM(2006) 481 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα].

ΣΥΝΟΨΗ

Στις πολιτικές των κρατών μελών στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης πρέπει να ενσωματώνονται περισσότερο οι αρχές της αποδοτικότητας και της ισότητας όταν τα κράτη μέλη πραγματοποιούν μεταρρυθμίσεις των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης. Από τις εμπειρίες κάποιων κρατών και τις ερευνητικές εργασίες στις οποίες βασίζεται η παρούσα ανακοίνωση διαφαίνονται τα θετικά αποτελέσματα που μπορούν να επιφέρουν οι πολιτικές στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης από την άποψη της αποδοτικότητας και της ισότητας.

Ωστόσο, είναι προφανές ότι πολλά συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης αναπαράγουν, ακόμα και επιτείνουν, τις υπάρχουσες ανισότητες και οι πιο ευάλωτες κατηγορίες ατόμων είναι εκείνες που συγκεντρώνουν τα λιγότερα προσόντα (32 % το 2004). Οι πορείες τους δείχνουν ότι δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες εκπαίδευσης και κατάρτισης σε σύγκριση με τα άτομα εκείνα που ακολούθησαν πλήρεις σπουδές, συμπεριλαμβανομένων των σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Επιπλέον, οι ανισότητες στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης δημιουργούν μεγαλύτερο κόστος, από την άποψη π.χ. του φόρου εισοδήματος, των δαπανών στον τομέα της υγείας και της κρατικής ενίσχυσης, των ποσοστών εγκληματικότητας και παρανομίας (μελέτες που διεξήχθησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο). Αντίθετα, οι πολιτικές εκπαίδευσης και κατάρτισης που βασίζονται στην αποδοτικότητα και την ισότητα δίνουν τη δυνατότητα να αυξηθούν μακροπρόθεσμα τα οφέλη, να μειωθεί το οικονομικό και κοινωνικό κόστος και να επιτευχθεί προστιθέμενη αξία σε άλλους τομείς, όπως στον τομέα της πολιτικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή. Αυτές οι πρωτοβουλίες συνεπάγονται σαφώς ένα κόστος αλλά το κόστος της αδράνειας και του υψηλού ποσοστού εγκατάλειψης των σπουδών είναι πολύ υψηλότερο.

Η διασφάλιση ποιοτικής εκπαίδευσης και κατάρτισης για το σύνολο των ευρωπαίων πολιτών θα επιτρέψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να αντιμετωπίσει τις κοινωνικοοικονομικές προκλήσεις, κυρίως την παγκοσμιοποίηση και τον ανταγωνισμό από τις πρόσφατα βιομηχανοποιημένες χώρες, τη δημογραφική κατάσταση στην ΕΕ (γήρανση του πληθυσμού της και μεταναστευτικό ρεύμα), τις ραγδαίες μεταβολές στην αγορά εργασίας και την επανάσταση στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας (ΤΠΕ).

Στρατηγικές διά βίου μάθησης

Η αποδοτικότητα και η ισότητα πρέπει να ενσωματώνονται από άποψη προοπτικών σε στρατηγικές διά βίου μάθησης (DE) (EN) (FR) (εθνικές στρατηγικές στον τομέα της διά βίου εκπαίδευσης και κατάρτισης πρέπει να εγκριθούν από τα κράτη μέλη έως το τέλος του 2006). Οι επιπτώσεις τους, καθώς και τα αποτελέσματα των επενδύσεων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, πρέπει να αξιολογούνται μακροπρόθεσμα. Στα πλαίσια αυτών των στρατηγικών, θα πρέπει να δοθεί έμφαση:

  • στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό σε τοπικό και εθνικό επίπεδο κατά τον καθορισμό των προτεραιοτήτων για τις δαπάνες,
  • στην επικύρωση της μάθησης σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένου του άτυπου και ανεπίσημου πλαισίου, που επιτρέπουν την απόκτηση γνώσεων ή βασικών δεξιοτήτων. Η επικύρωση αυτή θα διευκολυνθεί από τα τοπικά και ευρωπαϊκά πλαίσια επαγγελματικών προσόντων,
  • σε μια παιδεία αξιολόγησης που θα επιτρέπει την καθιέρωση αξιόπιστων δεδομένων από εργασίες έρευνας, στατιστικές ή μηχανισμούς αξιολόγησης της προόδου, υποστηρίζοντας έτσι την αποτελεσματικότητα της πολιτικής αυτής,
  • σε διατομεακές πολιτικές. Η μείωση των ανισοτήτων δεν προκύπτει μόνο από την εκπαιδευτική πολιτική αλλά και από τη σχέση της με άλλες πολιτικές, όπως αυτές για την απασχόληση, την οικονομία, την κοινωνική ένταξη, τη νεολαία, την υγεία κ.λπ.

Πολιτικές εκπαίδευσης και κατάρτισης

Η προσχολική αγωγή αποδεικνύεται απαραίτητη για τα μεταγενέστερα στάδια της μάθησης, ιδίως όσον αφορά τις επιδόσεις και την κοινωνική προσαρμογή. Βοηθά στην πρόληψη της αποχώρησης από το σχολείο, βελτιώνει την ισότητα των αποτελεσμάτων και την αύξηση του γενικού επιπέδου δεξιοτήτων και μειώνει το κόστος σε άλλους τομείς (ανεργία, εγκληματικότητα κ.λπ.).

Γι' αυτόν το λόγο, ακολουθώντας το παράδειγμα ορισμένων κρατών μελών όπως το Βέλγιο και η Ιταλία, πρέπει να συνοδεύεται από προγράμματα έγκαιρης παρέμβασης με σκοπό την υποστήριξη των πλέον μειονεκτούντων ατόμων. Επιπλέον, για να παγιωθεί η αποτελεσματικότητα αυτών των προγραμμάτων, θα πρέπει να συνοδεύονται από άλλα μέτρα παρέμβασης, όπως η εκμάθηση ξένων γλωσσών και η βοήθεια για κοινωνική προσαρμογή.

Τα προγράμματα αυτά θα πρέπει να είναι κατάλληλα για την προσχολική ηλικία λαμβάνοντας υπόψη τον τύπο της εκπαίδευσης που παρέχεται (εκμάθηση, ατομικές και κοινωνικές δεξιότητες) και το παιδαγωγικό σύστημα (βελτίωση του εκπαιδευτικού προσωπικού, ενεργός συμμετοχή των γονέων). Η ίδια η συμμετοχή των γονέων μπορεί να υποστηριχθεί με ειδικά προγράμματα γονεϊκής αγωγής και λαϊκής επιμόρφωσης.

Η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση πρέπει να επικεντρωθούν στην ποιότητα της βασικής εκπαίδευσης για όλους. Με άλλα λόγια, η βασική εκπαίδευση και οι βασικές δεξιότητες πρέπει να εξασφαλίζονται εξίσου για όλους όσοι ανήκουν σε μια κοινωνία που βασίζεται στη γνώση. Έτσι, πρακτικές όπως ο πρόωρος διαχωρισμός (κατηγοριοποίηση), δηλαδή η ομαδοποίηση μαθητών ηλικίας 10-12 ετών σε διάφορα προγράμματα ανάλογα με το επίπεδο των δυνατοτήτων τους, θα πρέπει να αποφεύγονται γιατί αποτελούν πηγή ανισοτήτων, ιδίως για τους μειονεκτούντες και τους μετανάστες.

Ως συμπλήρωμα της αυξημένης αυτονομίας που παραχωρήθηκε σε σχολικά ιδρύματα πολλών κρατών μελών, δημιουργήθηκαν κεντρικά συστήματα ανάθεσης ευθυνών. Αυτός ο συνδυασμός θεσμικής αυτονομίας και ανάθεσης ευθυνών φαίνεται πως είχε θετικά αποτελέσματα. Ωστόσο, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι στα πρότυπα και τα κριτήρια αξιολόγησης λαμβάνονται επίσης υπόψη η ισότητα και η διάδοση των αποτελεσμάτων.

Ακόμη, η αποδοτικότητα και η ισότητα διασφαλίζονται αν ο τρόπος διδασκαλίας και οι παιδαγωγικές μέθοδοι αναπροσαρμόζονται κυρίως από πολιτικές πρόσληψης που εξασφαλίζουν μια εκπαίδευση ποιότητας. Επιπλέον, πρέπει να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των εκπαιδευτικών, των γονέων και των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας, κυρίως μέσω ενημερωμένων στρατηγικών κοινωνικής ένταξης που βασίζονται σε παιδαγωγικές μεθόδους.

Η τριτοβάθμια εκπαίδευση που περιλαμβάνει την εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία («το γνωσιακό τρίγωνο») είναι ένας τομέας-κλειδί στην οικονομία και την κοινωνία που βασίζεται στη γνώση. Γι' αυτόν το λόγο πρέπει να γίνει πιο ανταγωνιστική και να ευνοεί την αριστεία, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων το 2006. Η Επιτροπή, λοιπόν, πρότεινε να αφιερώσει το 2 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕγχΠ) στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κατά τα επόμενα δέκα χρόνια.

Υπάρχουν τρία σημαντικά στοιχεία για μια εκσυγχρονισμένη τριτοβάθμια εκπαίδευση: πρέπει να είναι ίση για όλους, οικονομικά βιώσιμη και να έχει έναν πιο αποτελεσματικό ρόλο. Ωστόσο, τα δωρεάν εθνικά συστήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν είναι απαραίτητα και τα πιο δίκαια, καθώς ευνοούν άτομα που προέρχονται από τα ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα ή που έχουν κάνει ανώτερες σπουδές. Επιπλέον, η χρηματοδότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν έχει αυξηθεί, σε αντίθεση με τον αριθμό των σπουδαστών και των προσδοκιών όσον αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Επίσης, τα οφέλη που αποκομίζουν οι σπουδαστές δεν αντισταθμίζονται πλήρως από τα συστήματα προοδευτικής φορολόγησης, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει ένα φαινόμενο αντίστροφης αναδιανομής.

Είναι, λοιπόν, αναγκαίο να εστιάσουμε τις προσπάθειες στις επενδύσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ειδικότερα με την επιβολή διδάκτρων. Αυτό θα δώσει τη δυνατότητα να εξισορροπηθεί με δίκαιο τρόπο το κόστος που επιβαρύνει τον κάθε πολίτη χωριστά και την κοινωνία και τα οφέλη που αποκομίζει ο καθένας, παρέχοντας ταυτόχρονα στα πανεπιστήμια την επιπλέον χρηματοδότηση που χρειάζονται. Κατά συνέπεια, η ποιότητα της διδασκαλίας, η διαχείριση των πανεπιστημίων και τα κίνητρα των σπουδαστών θα ενισχυθούν.

Για να διασφαλιστεί όμως η πρόσβαση όλων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η επιβολή διδάκτρων θα πρέπει να αντισταθμίζεται με την οικονομική ενίσχυση προς όφελος των πλέον μειονεκτούντων, καθώς εκείνοι επενδύουν κατά κανόνα λιγότερα στο μέλλον τους όταν δεν υπάρχει εγγύηση για ιδιωτικά οφέλη. Η παράμετρος αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν το επίπεδο των διδάκτρων βασίζεται στα εκτιμώμενα ποσοστά μελλοντικής απόδοσης. Επίσης, για να επιλυθεί το συγκεκριμένο πρόβλημα, η παροχή υποτροφιών για σπουδές, τραπεζικών δανείων και δανείων που πρόκειται να εξοφληθούν από το μελλοντικό εισόδημα και επιδοτήσεων μπορεί να ενθαρρύνει την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Παράλληλα, η τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να προσελκύσει περισσότερο τους σπουδαστές που προέρχονται από λιγότερο ευνοημένο περιβάλλον, αυτούς που διαθέτουν τα προσόντα για πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση καθώς και τα μικρότερα παιδιά και τις οικογένειές τους· και να αλλάξει τις πολιτισμικές αντιλήψεις σχετικά με την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πρέπει, λοιπόν, να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην παροχή πληροφοριών μέσω επισκέψεων σε σχολεία, προγραμμάτων συμβουλευτικής αγωγής και διά βίου καθοδήγησης, ολοκληρωμένων πολιτικών ευαισθητοποίησης των ατόμων που ζουν στο περιθώριο για την εκπαίδευση πανεπιστημιακού επιπέδου (συμπεριλαμβανομένων των προγραμμάτων γεφύρωσης και των θέσεων που προορίζονται για μια συγκεκριμένη κατηγορία υποψηφίων).

Η σχέση ανάμεσα στην εκπαίδευση και στον επαγγελματικό χώρο πρέπει να βελτιωθεί. Η εκπαίδευση θα πρέπει να περιλαμβάνει και επαγγελματική κατάρτιση προκειμένου τα επαγγελματικά συστήματα να γίνουν πιο ελκυστικά και να διευκολυνθεί η μετάβαση των πτυχιούχων πανεπιστημίου που συγκεντρώνουν επαγγελματικά προσόντα. Αυτό είναι ακόμα πιο αναγκαίο τώρα που οι ανάγκες της αγοράς εργασίας έχουν εξελιχθεί και η ζήτηση εργαζομένων με περισσότερα προσόντα έχει αυξηθεί. Επιπλέον, πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες όπως η γήρανση του πληθυσμού και η ανεργία των νέων. Ο αριθμός των ευρωπαίων πολιτών ηλικίας 65 ετών και άνω θα αυξηθεί κατά 65 % μέχρι το 2050, ενώ ο αριθμός του ενεργού πληθυσμού (15 έως 64 ετών) θα μειωθεί κατά 20 %.

Επίσης, για να βελτιωθούν οι προοπτικές απασχόλησης δεν αρκεί η έγκαιρη, εκ των προτέρων παρέμβαση με στόχο την αύξηση της συμμετοχής στην εκπαίδευση και την αναβάθμιση του επιπέδου σπουδών. Πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή ευέλικτες και σαφείς κατευθύνσεις μέσω της επαγγελματικής εκπαίδευσης που θα οδηγούν σε μια μεταγενέστερη μάθηση και στην απασχόληση, μέσα στο πλαίσιο των συστημάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (ΕΕΚ) (DE) (EN) (FR). Τα συστήματα αυτά προσφέρουν στους συμμετέχοντες τη δυνατότητα να απολάβουν σημαντικά οφέλη σε μορφή αποδοχών.

Η εκπαίδευση των ενηλίκων διευκολύνει επίσης την προσαρμογή σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο εργασίας και βελτιώνει έτσι τις προοπτικές απασχόλησης. Όμως, τα άτομα που συγκεντρώνουν τα λιγότερα προσόντα είναι εκείνα που επωφελούνται λιγότερο από τη μάθηση και την κατάρτιση κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Μόνο το 10,8 % των ευρωπαίων ενηλίκων συμμετέχει σε επίσημη, ανεπίσημη ή άτυπη μορφή διά βίου μάθησης. Κοινώς, το ποσοστό αυτό υπολείπεται κατά πολύ από το στόχο αναφοράς της ΕΕ για συμμετοχή του 12,5 % έως το 2010.

Παρόλα αυτά, αυτά τα προγράμματα κατάρτισης προσφέρουν αναμφισβήτητα οφέλη σε πολιτισμικό και κοινωνικό επίπεδο (κίνητρο και αίσθημα ενεργού συμμετοχής στον κοινωνικό ιστό, επανένταξη στον μαθησιακό κύκλο). Όμως και πάλι, οι επιδόσεις αυτών των προγραμμάτων ως προς τη βελτίωση των προοπτικών απασχόλησης των μειονεκτούντων ενηλίκων είναι, γενικώς, πενιχρές. Δύο προσεγγίσεις μπορούν να βελτιώσουν αυτή την κατάσταση:

  • στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, με συμπράξεις μεταξύ του επιχειρηματικού κόσμου, του δημόσιου τομέα, των κοινωνικών εταίρων και των τοπικών οργανώσεων του κοινωνικού τομέα που εστιάζουν σε συγκεκριμένες ομάδες-στόχους και τις ανάγκες τους. Οι συμπράξεις αυτές σημείωσαν επιτυχία ως εναλλακτική λύση στον κίνδυνο της πρόωρης εγκατάλειψης των σπουδών·
  • στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητας, με προγράμματα κατάρτισης υπό μορφή συμπράξεων προσαρμοσμένα στις δεξιότητες που απαιτούν οι εργοδότες. Αυτά τα προγράμματα ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της αγοράς για δεξιότητες αλλά στόχος τους είναι να εναρμονίσουν την προσφορά και τη ζήτηση και να διευκολύνουν τις επιλογές όσον αφορά την κατάρτιση και την επαγγελματική σταδιοδρομία. Έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά για τη βελτίωση των επαγγελματικών προοπτικών των μειονεκτούντων ατόμων. Τα κράτη μέλη προσφέρουν πληροφορίες καθώς και προγράμματα κατάρτισης που ενισχύουν επίσης τις ιδιωτικές επενδύσεις και το κόστος που επιβαρύνει τις εταιρείες και τους εργαζόμενους. Παράλληλα, οι εργοδότες θα πρέπει να επενδύουν στην εκπαίδευση και την κατάρτιση για να παραμείνουν ανταγωνιστικοί και να εκπληρώσουν την εταιρική κοινωνική τους ευθύνη η οποία συνίσταται στο να καταστούν «οργανισμοί μάθησης».

Ενέργειες της ΕΕ

Τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για τις δικές τους πολιτικές εκπαίδευσης και κατάρτισης αλλά μια ενέργεια σε επίπεδο ΕΕ μπορεί να ευνοήσει την αμοιβαία μάθηση και την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών ανάμεσα στα κράτη μέλη. Επομένως, η ΕΕ υποστηρίζει τα κράτη μέλη ώστε να ενσωματώσουν τις αρχές της αποδοτικότητας και της ισότητας στα εκπαιδευτικά τους συστήματα και τα συστήματα κατάρτισης όπως ορίζει η αναθεωρημένη στρατηγική της Λισσαβόνας και το πρόγραμμα εργασίας «Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010».

Εξάλλου, οι αρχές αυτές θα ενσωματωθούν επίσης στο σχέδιο για την εκπαίδευση των ενηλίκων, στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πλαισίου πιστοποίησης και ενός ευρωπαϊκού πλαισίου στατιστικών και δεικτών, καθώς και στα ερευνητικά προγράμματα που υπάγονται στο έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο της ΕΕ για την έρευνα και την ανάπτυξη.

Το πρόγραμμα δράσης στον τομέα της διά βίου εκπαίδευσης και κατάρτισης και η διεθνική συνεργασία μέσω της κινητικότητας των ατόμων θα ευνοήσουν εξίσου την απόκτηση νέων δεξιοτήτων και την προσαρμογή στην ευρωπαϊκή αγορά, βελτιώνοντας παράλληλα την ποιότητα και τη διασύνδεση των ιδρυμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Ιστορικό

Τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να διαθέτουν υψηλής ποιότητας συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του ανταγωνισμού και της κοινωνικής συνοχής. Οι στόχοι αυτοί αποτελούν τμήμα της στρατηγικής της Λισσαβόνας για τη μεγέθυνση και την απασχόληση και της ανοιχτής μεθόδου συντονισμού ως προς την κοινωνική ενσωμάτωση και την κοινωνική προστασία. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 23ης και 24ης Μαρτίου 2006 υπενθύμισε τη σημασία αλλά και την ανάγκη επίσπευσης του ρυθμού των μεταρρυθμίσεων.

Λέξεις-κλειδιά της πράξης

  • Η αποδοτικότητα «αφορά τη σχέση μεταξύ εισροών και εκροών σε μια διαδικασία. Τα συστήματα είναι αποδοτικά όταν οι εισροές παράγουν τις μέγιστες εκροές. Η σχετική αποδοτικότητα στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών συστημάτων μετράται συνήθως με βάση τα αποτελέσματα δοκιμασιών και εξετάσεων, ενώ η αποδοτικότητά τους σε σχέση με την ευρύτερη κοινωνία και την οικονομία υπολογίζεται με βάση το ιδιωτικό και το κοινωνικό όφελος που αναμένεται να προκύψει».
  • Η ισότητα «νοείται ως ο βαθμός στον οποίο τα άτομα μπορούν να επωφελούνται από την εκπαίδευση και την κατάρτιση, όσον αφορά τις ευκαιρίες, την πρόσβαση, την αντιμετώπισή τους και τα αποτελέσματα. Τα συστήματα που προάγουν την ισότητα είναι εκείνα που εξασφαλίζουν ότι τα αποτελέσματα τις εκπαίδευσης και της κατάρτισης είναι ανεξάρτητα από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο και άλλους παράγοντες που συνεπάγονται εκπαιδευτικά μειονεκτήματα και ότι η αντιμετώπιση ανταποκρίνεται στις ειδικές μαθησιακές ανάγκες του κάθε ατόμου».

ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Το Συμβούλιο Παιδεία, Νεολαία και Πολιτισμός της 13ης και 14ης Νοεμβρίου 2006 ενέκρινε τα συμπεράσματά του σχετικά με την παρούσα ανακοίνωση. Υπενθυμίζοντας το ρόλο των κρατών μελών και τα οφέλη μιας συνεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Συμβούλιο υποστηρίζει την ανάγκη μιας διατομεακής προσέγγισης για τη διασφάλιση της αποδοτικότητας και της ισότητας στον τομέα της διά βίου εκπαίδευσης και κατάρτισης. Το Συμβούλιο δέχτηκε ευνοϊκά την ανακοίνωση της Επιτροπής και δήλωσε ότι η ποιότητα είναι ουσιαστική ως κοινός στόχος για όλες τις μορφές εκπαίδευσης και κατάρτισης. Αυτό δεν περιορίζεται μόνο στο κεκτημένο της εκπαίδευσης ή των παιδαγωγικών δραστηριοτήτων αλλά αφορά εξίσου και την ικανότητα των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης να ανταποκριθούν στις ατομικές, τις κοινωνικές και τις οικονομικές ανάγκες καθώς και στην ενίσχυση της ισότητας και στην αύξηση της ευημερίας.

Τα κράτη μέλη καλούνται να λάβουν περισσότερο υπόψη τους τη βέλτιστη χρησιμοποίηση πόρων των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης συμπεριλαμβάνοντας την αποδοτικότητα και την ισότητα και να στοχεύσουν αποτελεσματικά στις μεταρρυθμίσεις και τις επενδύσεις με επίκεντρο την προσχολική αγωγή, τα προγράμματα έγκαιρης παρέμβασης και τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης που μπορούν να αποτελέσουν πηγή ισότητας, διασφαλίζοντας την πρόσβαση όλων στην εκπαίδευση. Το Συμβούλιο τόνισε επίσης την ανάγκη για ένα εξειδικευμένο προσωπικό που έχει πρόσβαση σε συνεχή κατάρτιση. Επιπλέον, είναι απαραίτητες κατάλληλες χρηματοδοτήσεις για την εκπαίδευση και την κατάρτιση, δημόσια ή ιδιωτική, καθώς και για την εκπαίδευση των ενηλίκων και τη συνεχή επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση. Ακόμη, πρέπει να ενισχυθεί η σχέση του επαγγελματικού τομέα με τον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης: οι επιχειρήσεις εκπαίδευσης και κατάρτισης στους τομείς της έρευνας και της ανάπτυξης και οι εργοδότες, υπό μορφή ενεργού εταιρικής σχέσης, ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις της οικονομίας σε δεξιότητες. Για να διασφαλιστεί η ποιότητα, η ισότητα και η αποδοτικότητα σε όλα τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, πρέπει να ενισχυθούν οι διαδικασίες αξιολόγησης και παρακολούθησης καθώς και κάποιες μελέτες και η παροχή σαφών πληροφοριών, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα να εκτιμηθούν τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων, οι προσαρμογές και οι ανάγκες που ενδέχεται να προκύψουν από αυτές και η εκπόνηση μεθόδων και πρακτικών διδασκαλίας και εκμάθησης. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη καλούνται να συνεργαστούν με τα ερευνητικά κέντρα, να λάβουν υπόψη τα αποτελέσματα, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των κοινοτικών προγραμμάτων, και κυρίως τους στόχους του προγράμματος «Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010».

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 14.12.2006
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας