RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Διορθωτικό σκέλος: Διαδικασία σχετικά με τα υπερβολικά ελλείμματα

Το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης αποτελεί τον πυρήνα της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ο κανονισμός αυτός είναι μέρος του συμφώνου και επιδιώκει τη διασαφήνιση και την επιτάχυνση της διαδικασίας για τα υπερβολικά ελλείμματα, ούτως ώστε να διαδραματίσει ένα πραγματικά αποτρεπτικό ρόλο, και συμπληρώνει κανονισμό του 1993 που καθορίζει τη διαδικασία σχετικά με τα υπερβολικά ελλείμματα.

ΠΡΑΞΗ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικών ελλειμμάτων [Επίσημη Εφημερίδα L 209 της 2.8.1997] [Βλέπε πράξεις τροποποίησης].

ΣΥΝΟΨΗ

Ο κανονισμός αυτός επιδιώκει τη διασαφήνιση και την επιτάχυνση της διαδικασίας για τα υπερβολικά ελλείμματα που προβλέπεται στο άρθρο 126 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) (πρώην άρθρο 104 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας). Η εμφάνιση υπερβολικών ελλειμμάτων πρέπει να επισημαίνεται εγκαίρως και να διορθώνεται ταχέως.

Τιμή αναφοράς: 3 % του ΑΕΠ

Όπως ορίζεται από το πρωτόκολλο για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, που συνάπτεται στη συνθήκη για τη λειτουργία της ΕΕ (από τη συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992), η τιμή αναφοράς για το δημόσιο έλλειμμα είναι 3 % του ακαθάριστου εσωτερικού προϊόντος (ΑΕΠ). Η υπέρβαση αυτής της τιμής θεωρείται έκτακτη:

  • εάν οφείλεται σε ασυνήθεις περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση·
  • εάν οφείλεται σε σοβαρή οικονομική ύφεση. (Η υπέρβαση του 3 % του ΑΕΠ είναι αποτέλεσμα αρνητικού ετήσιου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ ή σωρευτικής μείωσης της παραγωγής κατά τη διάρκεια παρατεταμένης περιόδου πολύ χαμηλής ετήσιας μεγέθυνσης).

Εξάλλου, η υπέρβαση της αξίας αναφοράς θεωρείται ως προσωρινή αν οι δημοσιονομικές προβλέψεις που καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή δείχνουν ότι το έλλειμμα θα υπολειφθεί της αξίας αναφοράς όταν αρθούν οι ασυνήθεις περιστάσεις ή η σοβαρή οικονομική ύφεση.

Ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος: λαμβάνονται υπόψη όλοι οι παράγοντες

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αξιολογεί και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφασίζει εάν υφίσταται ή όχι υπερβολικό έλλειμμα. Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση και οφείλει να συνεκτιμήσει όλους τους παράγοντες τους σχετικούς με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος.

Οι σχετικοί παράγοντες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

  • την εξέλιξη της μεσοπρόθεσμης οικονομικής κατάστασης (δυνητική οικονομική μεγέθυνση)·
  • τις συγκυριακές συνθήκες·
  • την εφαρμογή πολιτικών με σκοπό την προαγωγή της έρευνας και της καινοτομίας·
  • την εξέλιξη της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής κατάστασης (ιδίως τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης κατά τις ευνοϊκές συγκυρίες)·
  • την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Τα ευρωπαϊκά όργανα πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή σε οιονδήποτε άλλο παράγοντα ο οποίος, κατά τη γνώμη του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, μπορεί να συμβάλλει στην αξιολόγηση της υπέρβασης της τιμής αναφοράς.

Διαδικασία σχετικά με τα υπερβολικά ελλείμματα

Έκθεση της Επιτροπής. Εντός δύο εβδομάδων από την έγκριση, εκ μέρους της Επιτροπής, της έκθεσης που καταρτίζει στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος δεν ικανοποιεί τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 126της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ, η οικονομική και δημοσιονομική επιτροπή διατυπώνει γνώμη.

Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη γνώμη αυτή για να απευθύνει γνώμη στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, εφόσον κρίνει ότι υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα. Ενημερώνει επίσης σχετικά το Συμβούλιο.

Συστάσεις του Συμβουλίου.

Με βάση τη γνώμη της Επιτροπής, το Συμβούλιο αποφασίζει εάν υφίσταται ή όχι υπερβολικό έλλειμμα. Το Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη ενδεχόμενες παρατηρήσεις του οικείου κράτους μέλους.

Εάν αποφασίσει ότι υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα, το Συμβούλιο απευθύνει συστάσεις στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. Το Συμβούλιο θέτει μέγιστη προθεσμία έξι μηνών κατ' ανώτατο όριο προκειμένου το συγκεκριμένο κράτος μέλος να λάβει αποτελεσματικά μέτρα. Το υπερβολικό έλλειμμα θα πρέπει να διορθωθεί εντός του έτους που ακολουθεί εκείνο κατά το οποίο διαπιστώθηκε η ύπαρξή του, εκτός εάν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις. Στις συστάσεις αυτές, το Συμβούλιο καλεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να επιτύχει ελάχιστη ετήσια βελτίωση, ύψους τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ ως σημείο αναφοράς, του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού αποτελέσματός του.

Εάν απρόβλεπτα αντίξοα οικονομικά γεγονότα με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά του οικείου κράτους συμβαίνουν μετά την έκδοση των συστάσεων του Συμβουλίου, το δε οικείο κράτος μέλος ενήργησε σύμφωνα με τις συστάσεις του Συμβουλίου, το Συμβούλιο μπορεί να εκδώσει αναθεωρημένες συστάσεις.

Εάν, εντός των έξι μηνών κατ' ανώτατο όριο που ακολουθούν τη διαπίστωση υπερβολικού ελλείμματος, το κράτος μέλος δεν έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα, το Συμβούλιο αποφασίζει να ανακοινώσει δημόσια τις συστάσεις του. Για να εκτιμήσει εάν έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα κατ΄ εφαρμογήν των συστάσεών του, το Συμβούλιο βασίζεται στις αποφάσεις που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

Ειδοποίηση και κυρώσεις. Εντός προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της απόφασής του με την οποία διαπιστώνεται ότι δεν έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα, το Συμβούλιο μπορεί να ειδοποιήσει το συγκεκριμένο κράτος μέλος να λάβει μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος. Εάν έχει αναληφθεί αποτελεσματική δράση σύμφωνα με την ειδοποίηση και απρόβλεπτα αντίξοα οικονομικά γεγονότα με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά συμβαίνουν μετά την έκδοση της εν λόγω ειδοποίησης, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίζει, βάσει σύστασης της Επιτροπής, να εκδώσει αναθεωρημένη ειδοποίηση.

Το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών μετά την παραπάνω ειδοποίηση, εάν το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί προς τις αποφάσεις του Συμβουλίου, το Συμβούλιο αποφασίζει την επιβολή κυρώσεων.

Όπως προβλέπεται στο άρθρο 139 παράγραφος 2β της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ (πρώην άρθρο 122 της ΣΕΚ), η προειδοποιητική επιστολή που απευθύνει το Συμβούλιο και οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 126 (παράγραφοι 9 και 11) δεν αφορούν τα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν (ακόμη) στο ευρώ.

Αναστολή της διαδικασίας

Η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος μπορεί να ανασταλεί:

  • εάν το συγκεκριμένο κράτος μέλος ενεργήσει σύμφωνα με τις συστάσεις που του απηύθυνε το Συμβούλιο·
  • εάν το συγκεκριμένο συμμετέχον κράτος μέλος ενεργήσει σύμφωνα με την ειδοποίηση που του απηύθυνε το Συμβούλιο.

Το διάστημα κατά το οποίο αναστέλλεται η διαδικασία δεν συμπεριλαμβάνεται στις προθεσμίες ειδοποίησης και επιβολής κυρώσεων.

Αποτελεσματικές δράσεις

Το Συμβούλιο ορίζει προθεσμία εντός της οποίας το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να αναλάβει αποτελεσματική δράση. Η δράση αυτή πρέπει να είναι σύμφωνη προς τις συστάσεις του Συμβουλίου και να σέβεται τις επιβληθείσες κυρώσεις. Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, η Επιτροπή εκφράζει τη γνώμη της προς το Συμβούλιο σχετικά με τα ληφθέντα από το κράτος μέλος μέτρα για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος. Η γνώμη της Επιτροπής στηρίζεται στην αρχή ότι τα μέτρα αυτά θα εφαρμοσθούν πλήρως και οι οικονομικές εξελίξεις θα είναι σύμφωνες με τις προβλέψεις.

Το Συμβούλιο δύναται να ζητήσει από ένα συμμετέχον κράτος μέλος να του υποβάλει εκθέσεις σύμφωνα με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, ώστε να μπορεί να εξετάσει τις προσπάθειες προσαρμογής του εν λόγω κράτους μέλους:

  • εάν αυτό το συμμετέχον κράτος μέλος δεν εφαρμόζει τα ληφθέντα μέτρα ή εάν, κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, τα μέτρα αποδεικνύονται ανεπαρκή·
  • εάν από τα πραγματικά στοιχεία προκύπτει ότι το συμμετέχον κράτος μέλος δεν έχει διορθώσει το υπερβολικό έλλειμμα εντός των χρονικών ορίων που καθορίζονται στις συστάσεις.

Κυρώσεις

Οι κυρώσεις ως αποτέλεσμα της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος λαμβάνουν αρχικά την μορφή άτοκης κατάθεσης υπέρ της ΕΕ. Το ποσό αυτής της κατάθεσης περιλαμβάνει:

  • ένα σταθερό στοιχείο ίσο με το 0,2 % του ΑΕΠ·
  • ένα μεταβλητό στοιχείο ίσο με το 1/10 της διαφοράς μεταξύ του εκφρασμένου σε ποσοστό του ΑΕΠ ελλείμματος του προηγουμένου έτους και της τιμής αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ.

Κάθε ένα από τα επόμενα έτη, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει την αύξηση των κυρώσεων απαιτώντας συμπληρωματική κατάθεση. Στην περίπτωση αυτή, η κατάθεση ισούται με το 1/10 της διαφοράς μεταξύ του εκφρασμένου σε ποσοστό του ΑΕΠ ελλείμματος του προηγουμένου έτους και της τιμής αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ.

Για το ετήσιο ποσό των καταθέσεων ορίζεται ανώτατο όριο ύψους 0,5 % του ΑΕΠ.

Μια κατάθεση μετατρέπεται κατ' αρχήν σε πρόστιμο εάν, εντός των δύο επομένων ετών, το Συμβούλιο κρίνει ότι δεν έχει διορθωθεί το υπερβολικό έλλειμμα.

Το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει την πλήρη ή μερική κατάργηση των κυρώσεων σε συνάρτηση με την επιτευχθείσα πρόοδο του συγκεκριμένου κράτους μέλους όσον αφορά τη διόρθωση του υπερβολικού του ελλείμματος.

Το Συμβούλιο αίρει όλες τις ισχύουσες ακόμη κυρώσεις εφόσον καταργηθεί η απόφαση για την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος. Τα τυχόν επιβληθέντα πρόστιμα δεν επιστρέφονται στο συγκεκριμένο συμμετέχον κράτος μέλος.

Οι τόκοι των καταθέσεων που παρακατατίθενται στην Επιτροπή, καθώς και το προϊόν των προστίμων, διανέμονται μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών μελών που δεν παρουσιάζουν υπερβολικό έλλειμμα, κατ΄ αναλογία προς το μερίδιό τους στο συνολικό ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ) των επιλέξιμων κρατών μελών.

Πλαίσιο

Στόχος του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης είναι η πρόληψη της εμφάνισης υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος στη ζώνη ευρώ μετά την είσοδο στο τρίτο στάδιο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) που ξεκίνησε την 1η Ιανουαρίου 1999.

Επειδή η συνθήκη προέβλεπε μόνο ποσοτικά κριτήρια για την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος, χωρίς να περιλαμβάνει κανένα ορισμό της δημοσιονομικής πολιτικής που θα έπρεπε να ασκηθεί μετά τη μετάβαση στο ευρώ, η θέσπιση ενός τέτοιου συμφώνου θεωρήθηκε αναγκαία από τα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης εντάσσεται στη λογική της συνθήκης και αποτελεί προέκταση των διατάξεών της.

Σκοπός του συμφώνου είναι η διασφάλιση της υγιούς διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών στη ζώνη ευρώ, ούτως ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο της εφαρμογής χαλαρής δημοσιονομικής πολιτικής από ένα κράτος μέλος, ικανής να βλάψει τα υπόλοιπα κράτη μέλη, τόσο από την άποψη των επιτοκίων όσο και από την άποψη της εμπιστοσύνης στην οικονομική σταθερότητα της ζώνης ευρώ. Το σύμφωνο αποβλέπει σε αυξημένη και σταθερή σύγκλιση των οικονομιών των κρατών μελών της ζώνης ευρώ.

Περαιτέρω, ο παρών κανονισμός αναθεωρήθηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο 2005. Επί του παρόντος γίνεται η δεύτερη αναθεώρηση. Η πρόταση του νέου κανονισμού πρέπει να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ κατά το πέρας του έτους 2011.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ΠράξηΘέση σε ισχύΠροθεσμία για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1467/97

1.1.1999

-

ΕΕ L 209 της 2.8.1997

Τροποποιητικές πράξειςΘέση σε ισχύΠροθεσμία για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1056/2005

27.7.2005

-

ΕΕ L 174 της 7.7.2005

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 02.09.2011

βλέπε και

Για συμπληρωματικές πληροφορίες, μπορείτε να επισκεφθείτε τον ιστότοπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων (DG ECFIN):

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας