RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 11 γλώσσες

Προληπτικό σκέλος: Εποπτεία των δημοσιονομικών καταστάσεων

Ο παρών κανονισμός έχει ως στόχο την εποπτεία των δημοσιονομικών καταστάσεων των κρατών μελών και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών τους. Πρόκειται για ένα προληπτικό μέτρο με σκοπό την εξασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας που είναι αναγκαία για την καλή λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Ο κανονισμός αφορά τόσο τα κράτη μέλη που έχουν υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα όσο και αυτά που δεν το έχουν ακόμα υιοθετήσει. Έπειτα από συζητήσεις που αφορούν το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης, ο παρών κανονισμός τροποποιήθηκε τον Ιούνιο 2005.

ΠΡΑΞΗ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών [Βλέπε πράξεις τροποποίησης].

ΣΥΝΟΨΗ

Ο παρών κανονισμός έχει στόχο την εποπτεία των δημοσιονομικών θέσεων των κρατών μελών και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών τους για να διασφαλιστεί κατά τρόπο προληπτικό η δημοσιονομική πειθαρχία κατά τη διάρκεια της τρίτης φάσης της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Για το σκοπό αυτόν, ο κανονισμός προβλέπει προγράμματα σταθερότητας και ανάπτυξης (για τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στο ευρώ) και τα προγράμματα σύγκλισης (για τα κράτη μέλη εκτός ζώνης ευρώ) που τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης αποτελείται από ένα ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και δύο κανονισμούς. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1467/97 θέτει σε εφαρμογή τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος όπως προβλέπεται από το άρθρο 104 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα (συνθήκη ΕΚ).

Μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι

Κάθε κράτος μέλος έχει θέσει έναν μεσοπρόθεσμο στόχο όσον αφορά τη δημοσιονομική του θέση. Οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο: μπορεί να μην συμμορφώνονται με την υποχρέωση επίτευξης σχεδόν ισοσκελισμένης ή πλεονασματικής δημοσιονομικής θέσης. Κατ' αυτό τον τρόπο, εξασφαλίζεται ως ένα βαθμό δημοσιονομική ελαστικότητα, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών των κρατών μελών όσον αφορά τις δημόσιες επενδύσεις. Οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι προβλέπουν περιθώριο ασφάλειας κατά 3% του ΑΕΠ για την αξία αναφοράς, όπως προβλέπεται από το πρωτόκολλο για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος (που προσαρτήθηκε στη συνθήκη ΕΚ με τη συνθήκη του Μάαστριχτ).

Οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι πλησιάζουν στο 1% του ΑΕΠ και στη σχεδόν ισοσκελισμένη ή πλεονασματική δημοσιονομική θέση για τα κράτη μέλη που έχουν υιοθετήσει το ευρώ και για τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στο ΜΣΙ ΙΙ. Ο μεσοπρόθεσμος στόχος ενός κράτους μέλους μπορεί να αναθεωρηθεί όταν πραγματοποιείται διαρθρωτική μεταρρύθμιση μείζονος σημασίας ή κάθε τέσσερα έτη.

Πολυμερής εποπτεία: προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης

Τα προγράμματα σταθερότητας και ανάπτυξης αποτελούν τη βάση της πολυμερούς εποπτείας από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εποπτεία προβλέπεται από το άρθρο 99 της συνθήκης ΕΚ και έχει σκοπό να προλαμβάνει, σε πρώιμο στάδιο, την εμφάνιση υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και να προωθεί το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών.

Κάθε κράτος μέλος υποβάλλει πρόγραμμα σταθερότητας (για τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στο ευρώ) ή σύγκλισης (για τα κράτη μέλη εκτός ζώνης ευρώ) στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Επιτροπή. Κάθε κράτος που υιοθετεί το ευρώ υποβάλει πρόγραμμα σταθερότητας εντός εξαμήνου από την απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τη συμμετοχή του στο ενιαίο νόμισμα. Η Επιτροπή έχει συντάξει έγγραφο που εξηγεί την εφαρμογή του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης και δίνει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη μορφή και το περιεχόμενο των προγραμμάτων σταθερότητας και ανάπτυξης (EN ) [PDF].

Τα προγράμματα σταθερότητας ή σύγκλισης περιλαμβάνουν:

  • έναν μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, καθώς και την πορεία προσαρμογής, η οποία οδηγεί στην επίτευξη αυτού του στόχου όσον αφορά το πλεόνασμα ή το έλλειμμα και την προβλεπόμενη εξέλιξη του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ. Ακόμη, τα προγράμματα σύγκλισης διατυπώνουν τόσο τη σχέση μεταξύ των στόχων αυτών και της σταθερότητας τιμών και συναλλαγματικών ισοτιμιών όσο και τους μεσοπρόθεσμους στόχους της δημοσιονομικής πολιτικής·
  • τις κυριότερες παραδοχές για τις αναμενόμενες οικονομικές εξελίξεις (ανάπτυξη, απασχόληση, πληθωρισμός και άλλες σημαντικές μεταβλητές)·
  • αξιολόγηση και λεπτομερή ανάλυση των δημοσιονομικών και των άλλων ληφθέντων ή σχεδιαζόμενων μέτρων οικονομικής πολιτικής που είναι σκόπιμα για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος, όπως διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μείζονος σημασίας·
  • ανάλυση του κατά πόσον τυχόν μεταβολές των κύριων οικονομικών παραδοχών θα επηρέαζαν την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών και το χρέος·
  • εάν χρειάζεται, εξηγήσεις των αποκλίσεων από την πορεία προσαρμογής που απαιτείται για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου.

Τα προαναφερθέντα στοιχεία πρέπει να καλύπτουν, εκτός από το τρέχον και το προηγούμενο έτος, τουλάχιστον τα τρία επόμενα έτη.

Τα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης υποβάλλονται πριν από την 1η Μαρτίου 1999. Μετά την ημερομηνία αυτή, υποβάλλονται αναπροσαρμοσμένα ετήσια προγράμματα. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τα προγράμματα σταθερότητας και τα αναπροσαρμοσμένα προγράμματά τους. [βλ. διαδικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων (EN)].

Εξέταση των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της οικονομικής και δημοσιονομικής επιτροπής ( (FR)), το Συμβούλιο εξετάζει τα ακόλουθα:

  • κατά πόσον ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος βασίζεται σε ρεαλιστικές οικονομικές παραδοχές και κατά πόσον τηρεί ένα περιθώριο ασφαλείας για την αποτροπή των υπερβολικών πλεονασμάτων·
  • κατά πόσον το οικείο κράτος μέλος, κατά την αξιολόγηση της πορείας προσαρμογής, βελτιώνει σε ετήσια βάση το υπόλοιπο του προϋπολογισμού του, λαμβάνοντας υπόψη τα κυκλικά προσαρμοσμένα αποτελέσματα·
  • κατά πόσον τα ληφθέντα ή σχεδιαζόμενα μέτρα επαρκούν για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου και κατά πόσον το περιεχόμενο του προγράμματος διευκολύνει το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών·
  • κατά πόσον η οικονομική πολιτική του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους συνάδει με τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών (ΓΠΟΠ).

Το Συμβούλιο ορίζει την πορεία προσαρμογής που πρέπει να οδηγήσει στην επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου για τα κράτη τα οποία δεν τον έχουν ακόμα πετύχει. Μπορεί να επιτρέψει στα κράτη μέλη τα οποία τον έχουν πετύχει να απομακρυνθούν προσωρινά από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο τους, πρέπει όμως να διαφυλάσσεται ένα περιθώριο ασφάλειας ως προς την αξία αναφοράς κατά 3% του ΑΕΠ. Επιπλέον, η δημοσιονομική θέση του κράτους πρέπει να συμμορφωθεί εκ νέου με τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτεται από το πρόγραμμα.

Το Συμβούλιο, κατά τη διάρκεια των αξιολογήσεων, λαμβάνει υπόψη την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων μείζονος σημασίας, ιδίως των μεταρρυθμίσεων των συντάξεων.

Το Συμβούλιο εξετάζει το πρόγραμμα εντός τριών μηνών το αργότερο από την υποβολή του. Το Συμβούλιο, ύστερα από σύσταση της Επιτροπής και διαβούλευση με την οικονομική και δημοσιονομική επιτροπή ( (FR)), εκδίδει γνώμη για το πρόγραμμα και μπορεί να καλέσει το συγκεκριμένο κράτος μέλος να το προσαρμόσει εφόσον κρίνει ότι οι στόχοι του και το περιεχόμενό του πρέπει να ενισχυθούν.

Τα αναπροσαρμοσμένα προγράμματα εξετάζονται από την οικονομική και δημοσιονομική επιτροπή, με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, τα προγράμματα αυτά μπορούν να εξεταστούν από το Συμβούλιο.

Τα προγράμματα, οι αξιολογήσεις και οι συστάσεις της Επιτροπής και η γνώμη του Συμβουλίου για τα υποβληθέντα προγράμματα διατίθενται στον δικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων (EN).

Αποτροπή της εμφάνισης υπερβολικού ελλείμματος: έγκαιρη προειδοποίηση

Στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας, το Συμβούλιο παρακολουθεί την εφαρμογή των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης με βάση τα στοιχεία που γνωστοποιούν τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της οικονομικής και δημοσιονομικής επιτροπής.

Εάν το Συμβούλιο διαπιστώσει σημαντική απόκλιση της δημοσιονομικής κατάστασης από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του στόχου αυτού, απευθύνει σύσταση στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, καλώντας το να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προσαρμογής προκειμένου να αποφευχθεί η εμφάνιση υπερβολικού ελλείμματος («έγκαιρη προειδοποίηση», άρθρο 99 παράγραφος 4 της συνθήκης ΕΚ). Η σύσταση υιοθετείται με ειδική πλειοψηφία από το Συμβούλιο, με τη συμμετοχή του οικείου κράτους μέλους. Η σύσταση αυτή μπορεί να ανακοινωθεί δημόσια. Εάν το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί και το έλλειμμα υπερβεί το 3% ΑΕΠ, κινείται η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.

Πλαίσιο

Τα κράτη μέλη θεωρούν τις οικονομικές πολιτικές τους θέμα κοινού ενδιαφέροντος και τις συντονίζουν στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 99 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ). Τις ασκούν στο πλαίσιο των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών (ΓΠΟΠ, άρθρο 99 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ). Οι οικονομικές πολιτικές των κρατών μελών συμβάλλουν στην υλοποίηση των στόχων της Κοινότητας, όπως προβλέπει το άρθρο 2 της Συνθήκης ΕΚ (υψηλό επίπεδο απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας, αειφόρος ανάπτυξη χωρίς πληθωρισμό κ.λπ.).

Στόχος του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης είναι η πρόληψη της εμφάνισης υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος στη ζώνη ευρώ μετά την έναρξη της τρίτης φάσης της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) που ξεκίνησε την 1η Ιανουαρίου 1999.

Επειδή η συνθήκη προέβλεπε μόνο ποσοτικά κριτήρια για την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος, χωρίς να περιλαμβάνει κανέναν ορισμό της δημοσιονομικής πολιτικής που θα έπρεπε να ακολουθηθεί μετά τη μετάβαση στο ευρώ, η θέσπιση ενός τέτοιου συμφώνου θεωρήθηκε αναγκαία από τα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης εντάσσεται στη λογική της συνθήκης και αποτελεί προέκταση των διατάξεών της.

Σκοπός του συμφώνου είναι η διασφάλιση της υγιούς διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών στη ζώνη ευρώ, ούτως ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο της εφαρμογής χαλαρής δημοσιονομικής πολιτικής από ένα κράτος μέλος, ικανής να βλάψει τα υπόλοιπα κράτη μέλη, τόσο από την άποψη των επιτοκίων όσο και από την άποψη της εμπιστοσύνης στην οικονομική σταθερότητα της ζώνης ευρώ. Το σύμφωνο αποβλέπει σε αυξημένη και σταθερή σύγκλιση των οικονομιών των κρατών μελών της ζώνης ευρώ.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ΠράξηΈναρξη ισχύος - Ημερομηνία εκπνοήςΠροθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1466/97 [έγκριση: διαβούλευση CNS/1996/0248]1.7.1998-ΕΕ L 209 της 2.8.1997

Πράξη (εις) τροποποίησηςΈναρξη ισχύοςΠροθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1055/2005 [έγκριση: συνεργασία SYN/2005/0064]27.7.2005-ΕΕ L 174 της 7.7.2005
Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 29.03.2007

βλέπε και

Περισσότερες πληροφορίες παρέχονται στον δικτυακό τόπο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων:

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας