RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 11 γλώσσες

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Γενικοί προσανατολισμοί των οικονομικών πολιτικών (1996)

Αρχεία

1) ΣΤΟΧΟΣ

Να εξασφαλιστεί ο στενότερος συντονισμός των οικονομικών πολιτικών και η σταθερή σύγκλιση των οικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών και της Κοινότητας.

2) ΠΡΑΞΗ

Σύσταση του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996, για τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Κοινότητας [Επίσημη Εφημερίδα L 179 της 18.7.1996].

3) ΣΥΝΟΨΗ

Λόγω της σαφούς συγκυριακής κάμψης της οικονομικής δραστηριότητας που σημειώθηκε στα τέλη του 1995/αρχές 1996, η Κοινότητα δεν μπόρεσε να επιτύχει σημαντική πρόοδο όσον αφορά ορισμένους βασικούς οικονομικούς στόχους: προώθηση σταθερής και μη πληθωριστικής ανάπτυξης και υψηλά επίπεδα απασχόλησης.

Ωστόσο, τα βασικά οικονομικά δεδομένα στην Κοινότητα είναι ευνοϊκά (χαμηλός πληθωρισμός, απουσία εντάσεων στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, βελτίωση της αποδοτικότητας των επενδύσεων κ.ά.) και προμηνύουν την επάνοδο της οικονομικής ανάκαμψης.

Όλα τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να ασκήσουν οικονομικές πολιτικές που να συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων της Κοινότητας και στον καλύτερο συντονισμό των πολιτικών αυτών.

Το Συμβούλιο επαναλαμβάνει την ανάγκη για θέσπιση σταθερού μακροοικονομικού πλαισίου που θα περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

  • νομισματική πολιτική προσανατολισμένη προς τη σταθερότητα·
  • συνεχείς προσπάθειες για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών·
  • εξέλιξη των ονομαστικών μισθών συμβατή με την επιδιωκόμενη σταθερότητα των τιμών· εξέλιξη των πραγματικών μισθών χαμηλότερη από την αύξηση της παραγωγικότητας ώστε να ενισχυθεί η αποδοτικότητα των επενδύσεων που δημιουργούν θέσεις απασχόλησης.

Για την ενίσχυση τόσο της αξιοπιστίας του πλαισίου της μακροοικονομικής πολιτικής όσο και της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας συντονισμού, τα κράτη μέλη καλούνται να υποβάλλουν αναπροσαρμοσμένα προγράμματα σύγκλισης που θα αντικατοπτρίζουν μια ισχυρή πολιτική δέσμευση.

Όσον αφορά τη σταθερότητα των τιμών, 9 κράτη μέλη (Βέλγιο, Δανία, Γερμανία, Γαλλία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Αυστρία και Φινλανδία) έχουν ήδη επιτύχει το στόχο πληθωρισμού κατώτερου του 3%.

Στη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ο πληθωρισμός σημείωσε σημαντική υποχώρηση, οι εφαρμοζόμενες πολιτικές θα πρέπει να αποσκοπούν στην εδραίωση των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων. Οι χώρες στις οποίες ο πληθωρισμός αναμένεται να κυμανθεί μεταξύ 3 και 5% το 1996 (Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία) θα πρέπει να προσπαθήσουν να επιτύχουν την μείωσή του σε ποσοστό χαμηλότερο του 3% το 1997.

Παρά την εμφανή πρόοδο που επέτυχε κατά τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει και να εντείνει τις προσπάθειές της.

Τα κράτη μέλη πρέπει να συνεχίσουν να θεωρούν τις συναλλαγματικές τους πολιτικές ως θέμα κοινού ενδιαφέροντος.

Η κατάσταση των δημοσίων οικονομικών στην Κοινότητα δεν είναι ακόμη ιδιαίτερα ικανοποιητική, δεδομένου ότι διαπιστώθηκαν αποκλίσεις σε σχέση με τους εξαγγελθέντες στόχους, οι οποίες βεβαίως μπορούν εν μέρει να αποδοθούν στην συγκυριακή επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Τα κράτη μέλη πρέπει να ενισχύσουν τα προγράμματά τους δημοσιονομικής εξυγίανσης, ιδίως μέσω της αποκατάστασης της αξιοπιστίας τους και της δημιουργίας κλίματος εμπιστοσύνης στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Τρεις χώρες τηρούν ήδη την τιμή αναφορά του 3% του ΑΕγχΠ: πρόκειται για το Λουξεμβούργο, την Ιρλανδία και τη Δανία. Οι δύο τελευταίες οφείλουν τώρα να προσανατολίσουν τις προσπάθειές τους προς πιο φιλόδοξους μεσοπρόθεσμους στόχους.
Η δημοσιονομική εξυγίανση παραμένει πολιτική προτεραιότητα για την Ιταλία, η οποία οφείλει κατά πρώτο λόγο να καταπολεμήσει την φοροδιαφυγή.
Η Ελλάδα οφείλει να καταβάλλει επίμονες προσπάθειες σε όλους τους τομείς.
Οι δέκα άλλες χώρες είναι αναμφισβήτητα σε θέση να καταβάλλουν τις απαιτούμενες πρόσθετες προσπάθειες για να επιτύχουν την τιμή αναφοράς του 3% εφαρμόζοντας αποφασιστικά τα δημοσιονομικά μέτρα που προβλέπονται στα προγράμματα σύγκλισης.

Πέρα από τις ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας, προσδιορίστηκαν οι ακόλουθες γενικές αρχές:

  • περιορισμός της αύξησης των δαπανών, αντί της περαιτέρω αύξησης της συνολικής φορολογικής πίεσης·
  • αναπροσανατολισμός των δημοσίων δαπανών προς τις επενδύσεις σε υποδομές, σε ανθρώπινους πόρους και για την εφαρμογή δυναμικής πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης·
  • βελτίωση της αποτελεσματικότητας των δημοσίων υπηρεσιών·
  • προσπάθεια να εξασφαλιστεί ότι η ελάφρυνση της συνολικής φορολογικής πίεσης, η οποία είναι επιθυμητή στα περισσότερα κράτη μέλη, δεν θα υπονομεύσει τον στόχο της μείωσης των ελλειμμάτων.

Όπως τα κράτη μέλη, έτσι και η Κοινότητα καλείται να τηρήσει αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία.

Οι ενέργειες σε μακροοικονομικό επίπεδο πρέπει να συμπληρωθούν με μέτρα για τη βελτίωση της λειτουργίας των αγορών αγαθών και υπηρεσιών. Για την επίτευξη αυτού του στόχου απαιτείται ενίσχυση των πολιτικών ανταγωνισμού, μείωση των δημοσίων ενισχύσεων και πληρέστερη ενσωμάτωση της νομοθεσίας που διέπει τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.

Θα ήταν επίσης επιθυμητό να ληφθούν μέτρα για την προώθηση της καινοτομίας, την ανάπτυξη της κοινωνίας των πληροφοριών και τη δημιουργία περιβάλλοντος που να ευνοεί την καινοτομία και την ανάπτυξη των ΜΜΕ.

Για την ουσιαστική βελτίωση της κατάστασης στην αγορά εργασίας, απαιτείται όχι μόνον ισχυρή και σταθερή οικονομική ανάπτυξη καθώς και αποτελεσματικές αγορές αγαθών και προϊόντων, αλλά επίσης η πραγματοποίηση ευρέος φάσματος μεταρρυθμίσεων της αγοράς εργασίας. Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν τμήμα της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Έσσεν και την οποία τα κράτη μέλη εφαρμόζουν μέσω των πολυετών προγραμμάτων τους για την απασχόληση. Η Επιτροπή θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια προκειμένου οι πάντες να συμμετάσχουν στην προσπάθεια για την επίτευξη του πρωταρχικού στόχου, δηλαδή την καταπολέμηση της ανεργίας.

4) ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

5) ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ

Στις 23 Απριλίου 1997, η Επιτροπή παρουσίασε έκθεση αξιολόγησης για την εφαρμογή των γενικών προσανατολισμών οικονομικών πολιτικών του 1996 [COM(97) 169 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα].

Ο συνδυασμός μακροοικονομικών πολιτικών ήταν σύμφωνος με τους γενικούς προσανατολισμούς:

  • οι νομισματικές πολιτικές ήταν προσανατολισμένες, κατά τρόπο αξιόπιστο, στον στόχο της υλοποίησης και της διατήρησης της σταθερότητας των τιμών·
  • οι κυβερνήσεις όλων σχεδόν των κρατών μελών έλαβαν σημαντικές πρωτοβουλίες για την εξυγίανση της δημοσιονομικής τους κατάστασης το 1996-97·
  • με τις μισθολογικές συμφωνίες η ετήσια αύξηση των μισθών περιορίστηκε σε επίπεδα κατώτερα της αύξησης της παραγωγικότητας.

Έχει ήδη υπάρξει σημαντικός θετικός αντίκτυπος: οι συναλλαγματικές ισοτιμίες επανήλθαν σε κατάσταση αυξημένης σταθερότητας εντός του μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών και τα μακροπρόθεσμα επιτόκια συνέκλιναν προς χαμηλότερα επίπεδα. Η εφαρμογή υγιών οικονομικών πολιτικών επέτρεψε να βελτιωθεί ο δείκτης εμπιστοσύνης των οικονομικών φορέων και να τονωθεί σταδιακά η δραστηριότητα.

Η ανάκαμψη αυτή αναμένεται να επιταχυνθεί, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστεί η εφαρμογή αξιόπιστων δημοσιονομικών πολιτικών και ότι η κατανάλωση θα εξαρτάται σε μικρότερο βαθμό από αβέβαιες προοπτικές όσον αφορά την απασχόληση. Ο μέσος δείκτης ανεργίας, ο οποίος σταθεροποιήθηκε το πρώτο εξάμηνο του 1996, σημείωσε έκτοτε ελαφρά υποχώρηση.

Το 1996, ο πληθωρισμός για το σύνολο της Κοινότητας υποχώρησε στο 2,4%, γεγονός το οποίο συνολικά είναι σύμφωνο με τις προβλέψεις. Η γενικευμένη αυτή υποχώρηση του πληθωρισμού οφείλεται σε πολυάριθμους παράγοντες, μεταξύ των οποίων στην άσκηση αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής, στη συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων και στην ενίσχυση του ανταγωνισμού. Οι προοπτικές για το 1997 είναι ακόμη καλύτερες από τα αποτελέσματα του 1996.

Η αξιοπιστία των εφαρμοζόμενων πολιτικών, καθώς και η ενίσχυση του δολαρίου, συνέβαλαν στην καταλληλότερη προσαρμογή των συναλλαγματικών ισοτιμιών στην Κοινότητα: η ιταλική λίρα και η σουηδική κορόνα ανέκτησαν το έδαφος που είχαν απολέσει το 1995 και η λίρα στερλίνα ανατιμήθηκε σημαντικά. Η Φινλανδία και η Ιταλία εισήλθαν στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών του ΕΝΣ στις 14 Οκτωβρίου και στις 25 Νοεμβρίου 1996 αντίστοιχα (μόνο η Ελλάδα, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχουν στο μηχανισμό αυτό). Όλα τα νομίσματα του μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών κυμάνθηκαν εντός των στενών περιθωρίων διακύμανσής τους, με εξαίρεση την ιρλανδική λίρα η οποία ανατιμήθηκε σημαντικά, ιδίως λόγω της ισχυρής ανάπτυξης της ιρλανδικής οικονομίας.

Το 1996, με εξαίρεση τη Γερμανία, όλα τα κράτη μέλη κατόρθωσαν να μειώσουν το δημοσιονομικό τους έλλειμμα: ο κοινοτικός μέσος όρος από 5% του ΑΕγχΠ υποχώρησε σε 4,3% το 1996, και αυτό παρά την επιδείνωση της οικονομικής συγκυρίας. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι Κάτω Χώρες και η Φινλανδία κατόρθωσαν να μειώσουν τα ελλείμματά τους σε επίπεδο κατώτερο του 3% του ΑΕγχΠ το 1996. Για το 1997, όλα τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη επιτύχει αυτόν τον στόχο υιοθέτησαν μέτρα προς την κατεύθυνση αυτή, πλην της Ελλάδας (ο στόχος της ελληνικής κυβέρνησης είναι το 4,2%).

Αντίθετα, διατηρήθηκε το 1996 η αυξητική τάση του δείκτη δανειακής επιβάρυνσης: ο μέσος όρος της Κοινότητας από 71,2% το 1995 ανήλθε σε 73,5% το 1996. Ο δείκτης συνέχισε να αυξάνει ιδίως στη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Αυστρία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Το είδος των προσπαθειών δημοσιονομικής εξυγίανσης που κατέβαλλαν τα κράτη μέλη δεν ήταν πάντα σύμφωνο με τους γενικούς προσανατολισμούς. Έτσι, το ποσοστό των δημοσίων δαπανών ως προς το ΑΕγχΠ αυξήθηκε στη Δανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, και η φορολογική πίεση έγινε εντονότερη στη Δανία, στην Ισπανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Αυστρία, στην Πορτογαλία, στη Φινλανδία και στη Σουηδία. Για το 1997, η δημοσιονομική εξυγίανση αναμένεται να πραγματοποιηθεί κυρίως μέσω της συμπίεσης των δαπανών ενώ η μέση φορολογική πίεση αναμένεται να παραμείνει σταθερή. Ορισμένες χώρες λαμβάνουν περιστασιακά μέτρα για την υλοποίηση της δημοσιονομικής τους εξυγίανσης (αυτό θα συμβεί ιδίως το 1997): τα μέτρα αυτά πρέπει να συμπληρωθούν με πρωτοβουλίες που οδηγούν σε μόνιμη βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης ώστε να μην υπονομευθεί η αξιοπιστία των προσπαθειών για την επάνοδο σε υγιή δημοσιονομική κατάσταση.

Λήφθηκαν πολυάριθμα μέτρα τόσο σε κοινοτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο προκειμένου να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα και να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών. Όσον αφορά τη μεταφορά των οδηγιών, παρότι σημειώθηκε πρόοδος, πρέπει ακόμη να καταβληθούν προσπάθειες προς την κατεύθυνση αυτή. Επίσης, 11 μέτρα που πρότεινε η Επιτροπή και τα οποία αφορούν την ενιαία αγορά δεν έχουν ακόμη εκδοθεί από το Συμβούλιο.

Η εξέλιξη των μισθών είναι ολοένα και περισσότερο σύμφωνη προς τον στόχο της σταθερότητας των τιμών: σε κοινοτικό επίπεδο, το πραγματικό μισθολογικό κόστος αυξήθηκε κατά 1% ενώ η πραγματική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας ανήλθε σε 1,5%. Η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Φινλανδία και η Σουηδία δεν τήρησαν τη σύσταση αυτή.

Όσον αφορά την απασχόληση, τα κράτη μέλη έλαβαν πολυάριθμα μέτρα που καλύπτουν τα ζητήματα προτεραιότητας τα οποία καθορίστηκαν στη διάσκεψη κορυφής στο Έσσεν. Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να αξιολογηθεί η επίπτωση των μεταρρυθμίσεων αυτών στην ανεργία.

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 11.08.2002
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας