RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 11 γλώσσες

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Λεττονία

Αρχεία

1) ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Γνώμη της Επιτροπής [COM(97) 2005 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα]
Έκθεση της Επιτροπής [COM(98)704 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα]
Έκθεση της Επιτροπής [COM(1999)506 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα]
Έκθεση της Επιτροπής [COM(2000) 706 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα]
Έκθεση της Επιτροπής [COM(2001) 700 τελικό - SEC(2001) 1749 - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα]
Έκθεση της Επιτροπής [COM(2002) 700 τελικό - SEC(2002) 1405 - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα]
Έκθεση της Επιτροπής [COM(2003) 675 τελικό - SEC(2003) 1203 - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα]
Συνθήκη προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση [Επίσημη Εφημερίδα L 236 της 23.09.2003]

2) ΣΥΝΟΨΗ

Στη γνώμη που εξέδωσε η Επιτροπή τον Ιούλιο του 1997 έκρινε ότι είναι πρόωρο να αποφανθεί σχετικά με τη συμμετοχή της Λεττονίας στη ζώνη ευρώ αμέσως μετά την ένταξή της και ότι η συμμετοχή της στο τρίτο στάδιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) ως μη συμμετέχουσας χώρας στη ζώνη ευρώ εξακολουθεί να δημιουργεί προβλήματα. Η Επιτροπή ζητούσε, ειδικότερα, να καταστεί η νομοθεσία της Λεττονίας για την κεντρική τράπεζα συμβιβάσιμη με τις κοινοτικές απαιτήσεις. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Επιτροπής όσον αφορά την κίνηση κεφαλαίων, η Λεττονία έχει ήδη καθιερώσει πλήρη σχεδόν ελευθέρωση και η άρση των εναπομενόντων περιορισμών δεν αναμένεται να παρουσιάσει μείζονες δυσκολίες.
Στην έκθεση του Νοεμβρίου 1998 διαπιστωνόταν η επίτευξη κάποιας προόδου κατά την προετοιμασία της ένταξης στην οικονομική και νομισματική ένωση.
Στην έκθεσή της του Οκτωβρίου 1999, η Επιτροπή σημείωνε ότι η Λεττονία είχε σημειώσει περαιτέρω πρόοδο όσον αφορά την προετοιμασία της ένταξής της στην ΟΝΕ, ιδίως όσον αφορά την ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας.
Η έκθεση του Νοεμβρίου 2000 επισημαίνει ότι από την τελευταία τακτική έκθεση δεν έχει εγκριθεί κανένα νέο νομοθετικό κείμενο.
Στην έκθεσή της του Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή επισημαίνει ότι στο σύνολό της, η νομοθεσία της Λεττονίας είναι σε μεγάλο βαθμό σύμφωνη με το κεκτημένο.
Στην έκθεσή της του Οκτωβρίου 2002, η Επιτροπή διατυπώνει την εκτίμηση ότι από την τελευταία τακτική έκθεση η Λεττονία σημείωσε πρόοδο στην έγκριση του εν λόγω κεκτημένου.
Στην έκθεση του Νοεμβρίου 2003 διαπιστώνεται ότι η χώρα τηρεί συνολικά τις δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διαπραγματεύσεις προσχώρησης και θα είναι σε θέση να εφαρμόσει το κοινοτικό κεκτημένο από την ημερομηνία της προσχώρησής της.
Η συνθήκη προσχώρησης υπογράφηκε στις 16 Απριλίου 2003 και η προσχώρηση πραγματοποιήθηκε την 1η Μαΐου 2004.

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΚΕΚΤΗΜΕΝΟ

Το τρίτο στάδιο της ΟΝΕ άρχισε την 1η Ιανουαρίου 1999. Η ημερομηνία αυτή είναι συνώνυμη με βαθιές αλλαγές για όλα τα κράτη μέλη, ακόμη και αυτά που δεν συμμετέχουν στη ζώνη ευρώ από το ξεκίνημά της.

Σε οικονομικό επίπεδο, κεντρικό σημείο αποτελεί ο συντονισμός των εθνικών πολιτικών (εθνικά προγράμματα σύγκλισης, γενικοί προσανατολισμοί οικονομικής πολιτικής, πολυμερής εποπτεία και διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος). Όλες οι χώρες είναι υποχρεωμένες να τηρήσουν το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης, να παραιτηθούν από την άμεση χρηματοδότηση του ελλείμματος του δημόσιου τομέα από την κεντρική τράπεζα και από την προνομιακή πρόσβαση των δημόσιων αρχών στους χρηματοδοτικούς οργανισμούς, και θα πρέπει να έχουν ολοκληρώσει την ελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων.

Τα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν στη ζώνη ευρώ ακολουθούν αυτόνομη νομισματική πολιτική και συμμετέχουν στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) με ορισμένους περιορισμούς. Οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να είναι ανεξάρτητες και να έχουν ως κύριο στόχο τη σταθερότητα των τιμών. Τέλος, η συναλλαγματική πολιτική θεωρείται θέμα κοινού ενδιαφέροντος από όλα τα κράτη μέλη που θα πρέπει να είναι σε θέση να συμμετέχουν στο νέο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών.

Ακόμη και αν η ένταξη συνεπάγεται την αποδοχή του στόχου της ΟΝΕ, η τήρηση των κριτηρίων σύγκλισης δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα κριτήρια αυτά είναι ενδεικτικά μιας μακροοικονομικής πολιτικής προσανατολισμένης στη σταθερότητα, είναι απαραίτητο να τα τηρούν όλα τα κράτη μέλη σε εύθετο χρόνο και κατά τρόπο διαρκή.

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η Λεττονία κέρδισε την ανεξαρτησία της μόλις το 1991, έτος από το οποίο χρειάστηκε αφενός να ανασυγκροτήσει οικονομία αγοράς και αφετέρου να δημιουργήσει νέα θεσμικά όργανα. Συνεπώς οι μεταρρυθμίσεις άρχισαν σχετικά αργά και με βραδύ ρυθμό. Η Λεττονία σημείωσε σημαντικές προόδους στην θέσπιση ενός σταθερού μακροοικονομικού πλαισίου και μίας οικονομίας της αγοράς μέχρι το 1998. Η χώρα βρίσκεται σε καλό δρόμο ώστε να είναι σε θέση μεσοπρόθεσμα να αντεπεξέλθει στις ανταγωνιστικές πιέσεις και στις δυνάμεις της αγοράς στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Στην έκθεση του 1999 διατυπώνεται η εκτίμηση ότι η Λεττονία μπορεί να θεωρηθεί ως μια βιώσιμη οικονομία της αγοράς. Η οικονομία της Λεττονίας είναι ιδιαίτερα ανοικτή και η εμπορική της ενσωμάτωση στην ΕΕ προοδεύει συνεχώς. Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) ανά κάτοικο ανήλθε στο 33,1% του κοινοτικού μέσου όρου το 2001.

Όσον αφορά την οικονομική δραστηριότητα, η αύξηση του ΑΕΠ κατά 6,5% το 1997 ήταν ιδιαίτερα υψηλή. Η οικονομία της Λεττονίας επηρεάστηκε αισθητά από την κρίση στη Ρωσία που εκδηλώθηκε από το δεύτερο εξάμηνο του 1998. Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ επιβραδύνθηκε αντίστοιχα και έφτασε στο 3,6%. Η οικονομική ύφεση συνεπεία της ρωσικής κρίσης του 1998 ακολουθήθηκε από έντονη ανάκαμψη. Υπό την επίδραση των εξαγωγών, των επενδύσεων και της ιδιωτικής κατανάλωσης, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 6,6% το 2000 και κατά 7,7% το 2001 παρά την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας σε παγκόσμια κλίμακα. Κατά μέσο όρο, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε περίπου κατά 6,1% ετησίως κατά την περίοδο που καλύπτουν οι εκθέσεις της Επιτροπής. Στην έκθεση του 2003 διαπιστώνεται ότι διατηρήθηκε έντονη οικονομική δραστηριότητα παρά το αρνητικό εξωτερικό περιβάλλον. Το ΑΕΠ σημείωσε και το 2002 σημαντική αύξηση με 6,1% η οποία επιταχύνθηκε περαιτέρω το πρώτο τρίμηνο του 2003 και έφτασε το 8,8% για την περίοδο των 12 μηνών.

Όσον αφορά την κατάσταση των δημοσίων οικονομικών, ο γενικός προϋπολογισμός της κυβέρνησης παρουσίασε πλεόνασμα της τάξεως του 1,8% του ΑΕΠ το 1997. Κατά το έτος 1998, η εκτέλεση του προϋπολογισμού της δημόσιας διοίκησης παρουσίασε δημοσιονομικό πλεόνασμα ανερχόμενο στο 0,3% του ΑΕΠ. Στη συνέχεια, η ύφεση της οικονομικής ανάπτυξης είχε ως συνέπεια να εμφανιστεί έλλειμμα στη δημόσια διοίκηση ανερχόμενο στο 4,2% του ΑΕΠ το 1999. Το έλλειμμα της δημόσιας διοίκησης μειώθηκε στο 2,8% και κατά τα επόμενα έτη περιορίστηκε φθάνοντας στο 1,6% του ΑΕΠ το 2001. Ο προϋπολογισμός 2002 προβλέπει την αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος το οποίο προβλέπεται να ανέλθει σε 2,75%. Από το 1999, η δημοσιονομική πολιτική βασίστηκε στη μεσοπρόθεσμη ισοσκέλιση του προϋπολογισμού. Το μέσο καθαρό χρέος της δημόσιας διοίκησης κατά την εξεταζόμενη περίοδο είναι κατ' αναλογία, σχετικά περιορισμένο, δηλαδή 13,6% του ΑΕΠ. Σημείωσε αύξηση σε ετήσια βάση, συγκεκριμένα το 2001 κατά 2,1 μονάδες, και έφτασε στο 16% του ΑΕΠ. Στην έκθεση του 2003 διαπιστώνεται ότι διακόπηκε η διαδικασία δημοσιονομικής εξυγίανσης και ότι η δημοσιονομική πολιτική χαρακτηρίστηκε από μεγαλύτερο επεκτατισμό το 2002. Το έλλειμμα της δημόσιας διοίκησης ανέβηκε λοιπόν στο 3%. Ωστόσο, το μέσο χρέος της δημόσιας διοίκησης παρέμεινε σχετικά χαμηλό ανερχόμενο στο 15,2% του ΑΕΠ το 2002.

Από τα μέσα του 1997, ο πληθωρισμός παρουσιάζει συνεχή μείωση. Τον Αύγουστο του 1999, το εν λόγω ποσοστό σε περίοδο 12 μηνών ανερχόταν σε 2,1%, έναντι 3,5% τον Σεπτέμβριο του 1998. Καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 1999, ο πληθωρισμός παρέμεινε χαμηλός στη Λεττονία με μέσο ποσοστό 2,4%, όμως τον Απρίλιο του 2000 ανήλθε σε 3,7%. Κατά μέσο όρο, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 2,6% κατά το εν λόγω έτος και κατά 2,5% το 2001. Η αύξηση των τιμών ανήλθε κατά μέσο όρο σε 3,9% κατά την περίοδο που καλύπτεται από τις εκθέσεις της Επιτροπής. Ο πληθωρισμός μειώθηκε στο 2% το 2002, αλλά αυξήθηκε στο 2,5% τον Απρίλιο του 2003.

Όσον αφορά τη συναλλαγματική ισοτιμία, ο κύριος στόχος της νομισματικής πολιτικής της χώρας συνίσταται στη διατήρηση σταθερής ισοτιμίας σε σχέση με ένα καλάθι νομισμάτων. Κατά το θέρος του 1999, το νόμισμα αντιμετώπισε προβλήματα λόγω της ανησυχίας για το εμφανιζόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα. Η κεντρική τράπεζα θεωρεί ωστόσο ότι είναι έτοιμη, από τεχνικής απόψεως, για τη σύνδεση του νομίσματος με το ευρώ σε οιαδήποτε στιγμή. Το 1999, το λατς ανατιμήθηκε κατά 4,7% σε σχέση με τα νομίσματα των βασικών εμπορικών εταίρων της χώρας. Σύμφωνα με την έκθεση του 2001 η νομισματική πολιτική της κεντρικής τράπεζας στέφθηκε από επιτυχία χάρη στο σύστημα σύνδεσής της που συνέβαλε στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών. Στην έκθεση του 2003 επισημαίνεται ότι οι νομισματικές συνθήκες παρέμειναν ευνοϊκές για τη σύνδεση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και συνέβαλαν συνεπώς στη μακροοικονομική σταθερότητα.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της χώρας παραμένει σημαντικό και τείνει να αυξηθεί με την επιτάχυνση της ανάπτυξης. Το 1999, το τρέχον έλλειμμα ανήλθε στο 6,3% του ΑΕΠ. Μετά το ξέσπασμα της ρωσικής κρίσης, τον Αύγουστο του 1998, οι εξαγωγές προς την κοινότητα ανεξαρτήτων κρατών (ΚΑΚ) μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ. Από τα τέλη του 1999, το τρέχον έλλειμμα, που παραμένει σημαντικό, παρουσίασε ελαφρά βελτίωση. Αντικατοπτρίζοντας τα ικανοποιητικά αποτελέσματα στον τομέα των εξαγωγών, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παρουσίασε σαφή μείωση από 9,6% του ΑΕΠ το 1999 σε 6,8% το 2000. Το 2001, το εν λόγω έλλειμμα αυξήθηκε σε 9,7%. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αντιπροσώπευε το 8,6% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύφθηκε από τις εκθέσεις της Επιτροπής. Στην έκθεση του 2003 διαπιστώνεται ότι το τρέχον έλλειμμα μειώθηκε σε 7,7% του ΑΕΠ, ποσοστό ωστόσο σχετικά υψηλό.

Όσον αφορά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η Λεττονία σημείωσε ικανοποιητική πρόοδο. Σύμφωνα με το εγκριθέν χρονοδιάγραμμα, το 95% των πρώην κρατικών επιχειρήσεων επρόκειτο να έχει ιδιωτικοποιηθεί μέχρι την 1η Ιουλίου 1998. Η διαδικασία ιδιωτικοποίησης βρίσκεται λοιπόν στο στάδιο της ολοκλήρωσής της. Ο ιδιωτικός τομέας αντιπροσωπεύει σήμερα το 65% του ΑΕΠ και το 69% των θέσεων απασχόλησης στη Λεττονία. Η κυβέρνηση συνέχισε να αντιμετωπίζει τις διαρθρωτικές ανεπάρκειες της οικονομίας κατά το 2000. Ουσιαστική πρόοδος σημειώθηκε στο δημοσιονομικό τομέα και λήφθηκαν τα πρώτα μέτρα για να τεθεί σε εφαρμογή η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος. Η αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα της Λεττονίας έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί. Στην έκθεση του 2001 επισημαίνεται ότι το ποσοστό της ανεργίας παραμένει αρκετά σταθερό αλλά κινείται σε υψηλά επίπεδα. Το μέσο επίπεδο εκπαίδευσης στη Λεττονία είναι σχετικά υψηλό. Η διαρθρωτική εξέλιξη της οικονομίας υπήρξε σημαντική αλλά το τελευταίο διάστημα έχει επιβραδυνθεί. Η κυβέρνηση συνέχισε την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων. Έχουν τεθεί σε εφαρμογή σχέδια αναδιάρθρωσης για τις δημόσιες επιχειρήσεις που δεν προβλέπεται να ιδιωτικοποιηθούν. Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος τίθεται σε εφαρμογή όπως έχει προβλεφθεί. Έχει σημειωθεί πρόοδος όσον αφορά την εφαρμογή πολιτικών για την απασχόληση, αλλά δεν έχουν εξαλειφθεί όλα τα προβλήματα διαρθρωτικής δυσκαμψίας.

Όσον αφορά την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, απαγορεύθηκε δια νόμου η χορήγηση πιστώσεων βραχυπρόθεσμα στο κράτος, το 1998. Η Λεττονία σημείωσε ουσιαστικές προόδους όσον αφορά την προετοιμασία της για την προσχώρηση στην ΟΝΕ, το επόμενο έτος. Η κεντρική τράπεζα δεν δικαιούται πλέον να αγοράζει κρατικά ομόλογα στις πρωτογενείς αγορές και οι δημόσιες αρχές δεν έχουν πλέον προνομιούχο πρόσβαση στα χρηματοοικονομικά όργανα ( castellano deutsch english français ). Ωστόσο, η έκθεση του 2000 απαιτούσε ότι οι ορισμοί του δημόσιου χρέους και του κρατικού ελλείμματος πρέπει να εναρμονιστούν με τις απαιτήσεις του κεκτημένου. Η νομική πράξη για την ίδρυση της Τράπεζας της Λεττονίας προβλέπει ακόμη λόγους καθαίρεσης που ενδέχεται να είναι ασύμβατοι με το κεκτημένο. Τον Ιούνιο του 2002 εγκρίθηκε νέα νομοθεσία για την Τράπεζα της Λεττονίας προκειμένου να προσαρμοστεί περαιτέρω στις διατάξεις του κεκτημένου όσον αφορά την απαιτούμενη ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, ιδίως σε σχέση με θέματα απόλυσης των μελών και του διοικητικού της συμβουλίου. Στην έκθεση του 2003 διαπιστώνεται ότι η νομοθεσία της Λεττονίας είναι σύμφωνη με το κεκτημένο με εξαίρεση έναν τομέα: η Λεττονία πρέπει ακόμη να εγκρίνει μια τελευταία τροποποίηση του νόμου για την κεντρική τράπεζα προκειμένου να διασφαλιστεί η ατομική ανεξαρτησία των μελών της.

Όσον αφορά την κατάσταση των διαπραγματεύσεων, η Λεττονία γνωστοποίησε ότι είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί το κεκτημένο όσον αφορά την Οικονομική και Νομισματική Ένωση καθώς και ότι πρόκειται να το τηρήσει πλήρως. Η Λεττονία έχει επιτύχει υψηλό βαθμό ευθυγράμμισης όσον αφορά το κεκτημένο για την ΟΝΕ και έχει θέσει σε εφαρμογή τις απαιτούμενες διοικητικές υποδομές. Οι διαπραγματεύσεις όσον αφορά το παρόν κεφάλαιο περατώθηκαν το Δεκέμβριο του 2002. Η Λεττονία δε ζήτησε μεταβατικές διατάξεις. Σε γενικές γραμμές, τηρεί τις δεσμεύσεις που ανέλαβε κατά τις διαπραγματεύσεις προσχώρησης στον εν λόγω τομέα.

Το παρόν δελτίο σύνθεσης διατίθεται για ενημέρωση και δεν έχει ως σκοπό να ερμηνεύσει ή να αντικαταστήσει το έγγραφο αναφοράς.

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 15.03.2004
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας