RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του άρθρου 108 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)

Με στόχο την εκπόνηση ενός κανονισμού διαδικασίας σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 108 (πρώην άρθρο 88) της ΣΛΕΕ και επιδιώκοντας την αύξηση της διαφάνειας και της ασφάλειας του δικαίου στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, το Συμβούλιο εξέδωσε τον παρόντα κανονισμό σχετικά με την εφαρμογή των κρατικών ενισχύσεων.

ΠΡΑΞΗ

Κανονισμός (EΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ισχύον άρθρο 108) [Βλέπε πράξεις τροποποίησης].

ΣΥΝΟΨΗ

Πλην αντίθετης μνείας σε οποιοδήποτε κανονισμό που εκδίδεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 109 (πρώην άρθρο 89) της Συνθήκης ή οποιαδήποτε άλλη σχετική διάταξη της Συνθήκης, οποιοδήποτε σχέδιο χορήγησης μιας νέας ενίσχυσης πρέπει να κοινοποιείται εγκαίρως στην Επιτροπή από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, που υποχρεούται να υποβάλει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για να επιτρέψει στην Επιτροπή να λάβει μια απόφαση. Εάν η Επιτροπή θεωρεί ότι τα υποβληθέντα στοιχεία εκ μέρους του κράτους μέλους δεν είναι πλήρη, μπορεί να ζητήσει όλες τις συμπληρωματικές πληροφορίες που της χρειάζονται.

Οι ενισχύσεις που χρήζουν κοινοποίησης δεν τίθενται σε εφαρμογή παρά μόνον αφού η Επιτροπή λάβει, ή θεωρηθεί ότι έχει λάβει, απόφαση με την οποία εγκρίνει την εν λόγω ενίσχυση (ρήτρα αναστολής). Η κοινοποίηση πρέπει να γίνει μέσω του εντύπου κοινοποίησης που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι, μέρος Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004. Από 1ης Ιανουαρίου 2006, οι κοινοποιήσεις θα διαβιβάζονται ηλεκτρονικά, πλην συμφωνίας της Επιτροπής και του κοινοποιούντος κράτους μέλους.

Όταν η Επιτροπή διαπιστώσει, ύστερα από προκαταρκτική εξέταση, ότι το κοινοποιηθέν μέτρο προκαλεί επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά του προς την κοινή αγορά, αποφασίζει να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 (πρώην άρθρο 88 παράγραφος 2) της Συνθήκης. Η απόφαση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει συνοπτικά τα σχετικά πραγματικά και νομικά περιστατικά, καθώς και προκαταρκτική εκτίμηση, εκ μέρους της Επιτροπής, του προταθέντος μέτρου και να εκθέτει τους λόγους που προκαλούν επιφυλάξεις σχετικά με τη συμβατότητά του προς την κοινή αγορά. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος καθώς και οι τρίτοι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας ενός μηνός, η οποία όμως μπορεί να παραταθεί από την Επιτροπή.

Η επίσημη διαδικασία εξέτασης περατώνεται με απόφαση. Η Επιτροπή μπορεί να διαπιστώσει ότι:

  • το κοινοποιηθέν μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση·
  • οι επιφυλάξεις σχετικά με τη συμβατότητα του κοινοποιηθέντος μέτρου προς την κοινή αγορά έχουν αρθεί και ότι η ενίσχυση είναι συμβατή προς την κοινή αγορά (θετική απόφαση). Η απόφαση αυτή μπορεί να συνδυαστεί με όρους που θα επιτρέπουν την αναγνώριση της συμβατότητας, καθώς και με υποχρεώσεις που θα επιτρέπουν τον έλεγχο της τήρησης της απόφασης (απόφαση υπό όρους)·
  • το κοινοποιηθέν μέτρο είναι ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά και δεν μπορεί να εκτελεστεί (αρνητική απόφαση).

Εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί προς μια υπό όρους ή αρνητική απόφαση, η Επιτροπή μπορεί να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο.

Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να αποσύρει την κοινοποίησή του προτού η Επιτροπή λάβει οριστική απόφαση. Μπορεί επίσης να επιφέρει τροποποιήσεις σε μια ήδη κοινοποιηθείσα και εγκριθείσα ενίσχυση. Οι τροποποιήσεις αυτές, κοινοποιηθείσες μέσω του εντύπου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004, δεν πρέπει να είναι σε θέση να επηρεάσουν την εκτίμηση του συμβιβάσιμου του μέτρου ενίσχυσης προς την κοινή αγορά. Η αύξηση που θα επέλθει από την τροποποίηση δεν μπορεί να υπερβεί το 20% του αρχικού προϋπολογισμού ενός υπάρχοντος καθεστώτος ενίσχυσης.

Η Επιτροπή μπορεί να ανακαλέσει μια απόφαση στην περίπτωση που η απόφαση αυτή βασίστηκε σε εσφαλμένες πληροφορίες.

Όταν η Επιτροπή διαθέτει στοιχεία σχετικά με μια ενδεχόμενη παράνομη ενίσχυση, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους, εξετάζει το συντομότερο τα στοιχεία αυτά. Μπορεί να ζητήσει από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να της υποβάλει πληροφορίες.

Η Επιτροπή μπορεί, αφού προσφέρει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, να εκδώσει μια απόφαση με την οποία να υποχρεώνεται το κράτος μέλος σε προσωρινή ανάκτηση οποιασδήποτε παρανόμως χορηγηθείσας ενίσχυσης, μέχρις ότου αποφανθεί για τη συμβατότητα της εν λόγω ενίσχυσης προς την κοινή αγορά (διαταγή ανάκτησης), με την προϋπόθεση ότι:

  • σύμφωνα με τη συνήθη τακτική, δεν υπάρχει αμφιβολία για το χαρακτήρα ενίσχυσης του εν λόγω μέτρου και
  • υπάρχει επείγουσα ανάγκη να αναληφθεί δράση και
  • υπάρχει σοβαρός κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας για έναν ανταγωνιστή.

Η Επιτροπή μπορεί να επιτρέψει στο κράτος μέλος να συνοδεύσει την επιστροφή της παρανόμως καταβληθείσας ενίσχυσης με την καταβολή μιας ενίσχυσης υπέρ της διάσωσης της εν λόγω επιχείρησης.

Εάν το κράτος μέλος παραλείψει να συμμορφωθεί προς τις προαναφερθείσες αποφάσεις, η Επιτροπή μπορεί να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο ζητώντας του να αποφανθεί ότι η εν λόγω μη τήρηση αποτελεί παραβίαση της Συνθήκης.

Στην περίπτωση αρνητικής απάντησης σχετικά με παράνομη ενίσχυση, η Επιτροπή αποφασίζει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος οφείλει να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο (απόφαση ανάκτησης). Η Επιτροπή δεν απαιτεί την ανάκτηση της ενίσχυσης εάν, πράττοντας αυτό, θα αντέβαινε σε μια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.

Οι εξουσίες της Επιτροπής στον τομέα της ανάκτησης της ενίσχυσης υπόκεινται σε προθεσμία παραγραφής δέκα ετών.

Η Επιτροπή επιτυγχάνει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για την εξέταση των ισχυόντων καθεστώτων ενίσχυσης στην οποία προβαίνει, σε συνεργασία με το κράτος μέλος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 108 παράγραφος 1 (πρώην άρθρο 88 παράγραφος 1) της Συνθήκης. Εάν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένα ισχύον καθεστώς ενισχύσεων δεν είναι -ή δεν είναι πλέον- συμβιβάσιμο προς την κοινή αγορά, απευθύνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σύσταση με την οποία προτείνει τη θέσπιση των κατάλληλων μέτρων. Η σύσταση αυτή μπορεί να έχει ως περιεχόμενο:

  • την τροποποίηση επί της ουσίας του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεων ή
  • την εισαγωγή ορισμένων διαδικαστικών απαιτήσεων ή
  • την κατάργηση του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεων.

Κάθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις ύστερα από απόφαση της Επιτροπής για κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας καθώς επίσης να ενημερώσει την Επιτροπή για οποιαδήποτε εικαζόμενη παράνομη ενίσχυση και οποιαδήποτε εικαζόμενη καταχρηστική εφαρμογή της ενίσχυσης.

Όταν η Επιτροπή έχει σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την τήρηση των αποφάσεων για τη μη έγερση αντιρρήσεων, των θετικών αποφάσεων ή των υπό όρους αποφάσεων, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος οφείλει να της επιτρέψει να προβεί σε επιτόπιες επισκέψεις ελέγχου. Στα πλαίσια του ελέγχου της τήρησης της εν λόγω απόφασης, οι εντεταλμένοι υπάλληλοι της Επιτροπής έχουν τις ακόλουθες εξουσίες:

  • να έχουν πρόσβαση σε όλες τις εγκαταστάσεις και τα οικόπεδα της ενδιαφερόμενης επιχείρησης·
  • να ζητούν επί τόπου προφορικές εξηγήσεις·
  • να ελέγχουν τα βιβλία και άλλα επαγγελματικά έγγραφα και να λαμβάνουν αντίγραφα.

Οι εντεταλμένοι υπάλληλοι του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίσκεψη ελέγχου, μπορούν να παρίστανται στην επίσκεψη αυτή.

Τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιούν στην Επιτροπή ετήσιες εκθέσεις για όλα τα ισχύοντα καθεστώτα ενισχύσεων που δεν υπόκεινται σε ειδική υποχρέωση υποβολής εκθέσεων με απόφαση της Επιτροπής. Τα κράτη μέλη οφείλουν να διαβιβάζουν τις ετήσιες εκθέσεις στην Επιτροπή με ηλεκτρονική μορφή και το αργότερο μέχρι της 30ής Ιουνίου του τρέχοντος έτους.

Η Επιτροπή επικουρείται από συμβουλευτική επιτροπή σε θέματα κρατικών ενισχύσεων, που αποτελείται από εκπροσώπους των κρατών μελών και της οποίας προεδρεύει ο εκπρόσωπος της Επιτροπής. Η εν λόγω Επιτροπή, μεταξύ άλλων, πρέπει να εκφέρει γνώμη πριν από τη θέσπιση οποιασδήποτε διάταξης εφαρμογής σχετικά με τη μορφή, το περιεχόμενο και τις άλλες λεπτομέρειες κοινοποίησης ή τις ετήσιες εκθέσεις.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ΠράξηΈναρξη ισχύοςΠροθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα
Κανονισμός (EΚ) αριθ. 659/1999

16.4.1999

16.11.2000

EE L 83 της 27.03.1999

Πράξη (εις) τροποποίησηςΈναρξη ισχύοςΠροθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα
Κανονισμός (EΚ) αριθ. 794/2004

20.5.2004

-

ΕΕ L 140 της 30.04.2004

ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ

Ανακοίνωσή της Επιτροπής σχετικά με απλοποιημένη διαδικασία για την εξέταση ορισμένων κατηγοριών κρατικών ενισχύσεων [Επίσημη Εφημερίδα C 136, 16.6.2009].
Η απλοποιημένη διαδικασία που θεσπίζεται με την παρούσα ανακοίνωση έχει ως στόχο να καταστήσει τον κοινοτικό έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων περισσότερο διαφανή και αποτελεσματικό, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που περιγράφονται στο Σχέδιο δράσης για τις κρατικές ενισχύσεις. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται στις ενισχύσεις που είναι σαφώς συμβατές και οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο κοινοποίησης. Η ανακοίνωση διευκρινίζει ποιες κατηγορίες ενισχύσεων μπορούν να επωφεληθούν αυτής της μεταχείρισης και προβλέπει την υποχρέωση επαφών μεταξύ του κράτους μέλους και της Επιτροπής προ της κοινοποίησης, καθώς και τη δημοσίευση περίληψης της κοινοποίησης στο δικτυακό τόπο της Επιτροπής.

Κώδικες βέλτιστων πρακτικών για τη διεξαγωγή διαδικασιών που αφορούν τους ελέγχους των κρατικών ενισχύσεων[Επίσημη Εφημερίδα C 136, 16.6.2009].
Ο κώδικας βέλτιστων πρακτικών έχει ως στόχο να βελτιώσει τη διαδικασία εξέτασης των κρατικών ενισχύσεων. Εφαρμόζεται στις ενισχύσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του γενικού κανονισμού εξαιρέσεως ανά κατηγορία και οι οποίες δεν καλύπτονται από την απλοποιημένη διαδικασία εξέτασης των κρατικών ενισχύσεων. Ο κώδικας βέλτιστων πρακτικών προβλέπει τακτικότερες επαφές προ της κοινοποίησης και καλύτερη πληροφόρηση των ενδιαφερομένων μερών καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ

Έντυπο για την υποβολή καταγγελιών όσον αφορά εικαζόμενες παράνομες κρατικές ενισχύσεις [Επίσημη Εφημερίδα C 116 της 16.05.2003].
Οποιοδήποτε πρόσωπο ή επιχείρηση μπορεί να υποβάλει στην Επιτροπή μια καταγγελία. Η διαδικασία είναι ελεύθερη. Πάντως, όταν εξετάζει μια καταγγελία, η Επιτροπή οφείλει να τηρεί τους κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 659/1999, και ιδίως τα δικαιώματα άμυνας του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Εξάλλου, ως εναλλακτική λύση ή συμπληρωματική της υποβολής μιας καταγγελίας ενώπιον της Επιτροπής, οι τρίτοι των οποίων θίγονται τα συμφέροντα από τη χορήγηση παράνομων ενισχύσεων έχουν κανονικά τη δυνατότητα να προσφύγουν στα εθνικά δικαστήρια. Η παρούσα ανακοίνωση παρέχει το έντυπο το οποίο απαιτεί η Επιτροπή για να δώσει συνέχεια σε μια καταγγελία σχετικά με μια εικαζόμενη παράνομη ενίσχυση.

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ

Λεπτομερείς ρυθμίσεις για την ηλεκτρονική διαβίβαση των κοινοποιήσεων κρατικών ενισχύσεων, περιλαμβανομένων των διευθύνσεων, καθώς και ρυθμίσεις για την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών [Επίσημη Εφημερίδα C 237 της 27.09.2005].
Οι λεπτομερείς ρυθμίσεις θεσπίστηκαν για να επιτρέψουν την ηλεκτρονική διαβίβαση των εντύπων κοινοποίησης και των συμπληρωματικών δελτίων πληροφοριών. Θεσπίστηκε ένα σύστημα κρυπτογραφημένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ΡΚΙ (υποδομή δημόσιου κλειδιού).

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Ανακοίνωση της Επιτροπής, της 1ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο στις αποφάσεις για τις κρατικές ενισχύσεις [Επίσημη Εφημερίδα C 297 της 09.12.2003].
Η παρούσα ανακοίνωση εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο προτίθεται να χειριστεί η Επιτροπή τα αιτήματα που υποβάλλουν τα κράτη μέλη, ως παραλήπτες αποφάσεων σχετικών με τις κρατικές ενισχύσεις, για να θεωρείται ότι ορισμένα μέρη των αποφάσεων καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο και δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στο δημοσιευόμενο κείμενο της απόφασης. Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί συνέχεια της νομολογίας του Δικαστηρίου το οποίο θεωρεί ότι εμπίπτουν στο επαγγελματικό απόρρητο τόσο τα επιχειρηματικά μυστικά όσο και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες.

ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΞΟΦΛΗΣΗΣ

Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την αναθεώρηση της μεθόδου υπολογισμού των επιτοκίων αναφοράς και προεξόφλησης[Επίσημη Εφημερίδα C 14, 19.1.2008].
Τα επιτόκια αναφοράς και προεξόφλησης χρησιμοποιούνται ως αντιπροσωπευτικά των επιτοκίων της αγοράς, και για τον έλεγχο της συμμόρφωσης των κρατικών ενισχύσεων με τους κοινοτικούς κανόνες. Η αναθεώρηση της μεθόδου υπολογισμού των επιτοκίων αναφοράς προέκυψε από την ανάγκη να είναι διαθέσιμες ομοιόμορφες χρηματοπιστωτικές παράμετροι, ιδιαιτέρως στα νέα κράτη μέλη. Η νέα μέθοδος βασίζεται στα ετήσια επιτόκια αναφοράς της χρηματαγοράς (IBOR) προσαυξημένα κατά περιθώρια που εφαρμόζονται βάσει της βαθμολόγησης της εκάστοτε επιχείρησης και του επιπέδου των προσφερόμενων εξασφαλίσεων. Η νέα μέθοδος εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2008.

ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

Ανακοίνωση της Επιτροπής για τον καθορισμό των εφαρμοστέων κανόνων για την αξιολόγηση παράνομης κρατικής ενίσχυσης [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2002) 458] (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) [Επίσημη Εφημερίδα c 119, 22.5.2002].
Για λόγους διαφάνειας και ασφάλειας του δικαίου, η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη και τους τρίτους ότι αποφάσισε να εφαρμόζει τον ίδιο κανόνα σε σχέση με όλα τα μέσα για να δείξει πώς θα ασκεί τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτει για την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου μιας κρατικής ενίσχυσης με την κοινή αγορά (πλαίσια, κατευθυντήριες γραμμές, γνωστοποιήσεις, ανακοινώσεις κ.λπ.).

Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τα επιτόκια που πρέπει να εφαρμόζονται κατά την ανάκτηση ενισχύσεων που έχουν χορηγηθεί παρανόμως [Επίσημη Εφημερίδα C 110, 8.5.2003].
Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης για υπόθεση παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο. Το ποσό που πρέπει να ανακτηθεί περιλαμβάνει και τους σχετικούς τόκους, υπολογιζόμενους με το δέον επιτόκιο που ορίζει η Επιτροπή. Οι τόκοι πρέπει να καταβληθούν από την ημερομηνία κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση ετέθη στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι την ημερομηνία της ανάκτησής της.

Η παρούσα ανακοίνωση τροποποιήθηκε από την Επίσημη Εφημερίδα C 150 της 27.06.2003.

Πρέπει να προστεθεί ότι το κεφάλαιο V του κανονισμού (EΚ) αριθ. 794/2004 ορίζει τη μέθοδο καθορισμού του επιτοκίου καθώς και τη μέθοδο εφαρμογής του επιτοκίου.

ΚΗΡΥΞΗ ΕΚΤΟΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ

Ανακοίνωση της Επιτροπής για την κήρυξη εκτός εφαρμογής ορισμένων εγγράφων που άπτονται της πολιτικής κρατικών ενισχύσεων [Επίσημη Εφημερίδα C 115 της 30.04.2004].
Μετά τη θέσπιση εκ μέρους της Επιτροπής του κανονισμού (EΚ) αριθ. 794/2004 ορισμένα έγγραφα κηρύχθηκαν εκτός εφαρμογής, τα οποία καταγράφονται στην παρούσα ανακοίνωση.

Η παρούσα συνοπτική παρουσίαση δημοσιεύεται πληροφοριακά. Δεν αποσκοπεί στο να ερμηνεύσει ή να αντικαταστήσει το έγγραφο αναφοράς, του οποίου παραμένει η μόνη δεσμευτική νομική βάση.

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 21.09.2009

βλέπε και

  • Για να έρθετε σε επαφή με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για υποθέσεις που αφορούν κρατικές ενισχύσεις, μπορείτε να επισκεφθείτε τη σελίδα της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού (EN).
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας