RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων

Με την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, οι επιχειρήσεις και οι πολίτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τους κανόνες ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τούτο συνεπάγεται επίσης ότι τα εθνικά δικαστήρια αναλαμβάνουν την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) (πρώην άρθρα 81 και 82 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ)). Η παρούσα ανακοίνωση εκθέτει τον τρόπο με τον οποίον λειτουργεί αυτή η νέα συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων.

ΠΡΑΞΗ

Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των δικαστηρίων των κρατών μελών της ΕΕ κατά την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ [Επίσημη Εφημερίδα C 101, 27.4.2004].

ΣΥΝΟΨΗ

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 101 και 102 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) (πρώην άρθρα 81 και 82 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ)), θεσπίζει ένα καθεστώς παραλλήλων αρμοδιοτήτων που επιτρέπει στην Επιτροπή, στις αρμόδιες εθνικές αρχές ανταγωνισμού των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και στα εθνικά δικαστήρια * να εφαρμόσουν τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Η συνεργασία μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και της Επιτροπής διέπεται όχι μόνο από την παρούσα ανακοίνωση αλλά και από την ανακοίνωση σχετικά με τη συνεργασία στο πλαίσιο του δικτύου των αρχών ανταγωνισμού.

Η εφαρμογή της νομοθεσίας ανταγωνισμού της ΕΕ από τα εθνικά δικαστήρια

Τα εθνικά δικαστήρια δύνανται να εφαρμόζουν τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ χωρίς να είναι απαραίτητο να εφαρμόζουν εκ παραλλήλου την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού. Παρ' όλα αυτά, όταν ένα εθνικό δικαστήριο εφαρμόζει την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ χωρών της ΕΕ κατά την έννοια του άρθρου 101 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 81 παράγραφος 1 της ΣΕΚ) ή σε οποιαδήποτε κατάχρηση που απαγορεύεται βάσει του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, οφείλει να εφαρμόζει επίσης την νομοθεσία ανταγωνισμού της ΕΕ στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές. H παράλληλη εφαρμογή του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού σε συμφωνίες δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνα που απορρέουν από την εφαρμογή του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ.

Με άλλα λόγια, σε περίπτωση παράλληλης εφαρμογής του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού και του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΕ, οι συμφωνίες, που:

  • δεν παραβιάζουν το άρθρο 101 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ ή που πληρούν τους όρους που ορίζει το άρθρο 101 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 81 παράγραφος 3 της ΣΕΚ) δεν είναι δυνατόν να απαγορευθούν βάσει του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού (άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003)·
  • παραβιάζουν το άρθρο 101 παράγραφος 1 και δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 101 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ δεν δύνανται να διατηρηθούν βάσει της εθνικής νομοθεσίας (νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου)·

Σε ό,τι αφορά το άρθρο 102 της ΣΛΕΕ, το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 δεν προβλέπει την υποχρέωση παρόμοιας σύγκλισης. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αντιφασκουσών διατάξεων, η γενική αρχή της υπεροχής του δικαίου της ΕΕ απαιτεί από τα εθνικά δικαστήρια να αφήσουν ανεφάρμοστη οποιαδήποτε διάταξη του εθνικού νόμου αντίθετη με τον κανόνα της ΕΕ, είτε αυτή η εθνική διάταξη είναι προγενέστερη είτε είναι μεταγενέστερη του κανόνα της ΕΕ.

Όταν ένα εθνικό δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ, μπορεί καταρχάς να ερευνήσει τις ενδείξεις στη νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ ή στους κανονισμούς, αποφάσεις, ανακοινώσεις και κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Όταν αυτά τα μέσα δεν παρέχουν ικανές ενδείξεις το εθνικό δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει για ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ.

Ελλείψει διατάξεων του δικαίου της ΕΕ που διέπουν τις διαδικασίες και τις κυρώσεις σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ από τα εθνικά δικαστήρια, αυτά τα τελευταία εφαρμόζουν τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες. Τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν επίσης να τηρούν τους όρους εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ, όπως για παράδειγμα να επιτρέπουν στην Επιτροπή και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να τους υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις.

Η παράλληλη ή διαδοχική εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ και η συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων

Ένα εθνικό δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ σε μία συμφωνία που επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ χωρών της ΕΕ ταυτόχρονα με την Επιτροπή ή και μετά από αυτήν.

Εάν ένα εθνικό δικαστήριο εκδώσει απόφαση πριν από την Επιτροπή, οφείλει να αποφύγει την έκδοση απόφασης η οποία θα ήταν ενάντια μιας απόφασης που σκοπεύει να εκδώσει η Επιτροπή. Γι' αυτό τον σκοπό, το εθνικό δικαστήριο δύναται να ζητήσει από την Επιτροπή να του γνωστοποιήσει κατά πόσον αυτή έχει κινήσει διαδικασία για την ίδια συμφωνία και, εάν τούτο συμβαίνει, να το ενημερώσει για την πρόοδο της διαδικασίας και για την πιθανότητα έκδοσης απόφασης επί της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εθνικό δικαστήριο δύναται, προς χάριν της ασφάλειας δικαίου, να εξετάσει επίσης τη σκοπιμότητα αναστολής της ενώπιόν του διαδικασίας μέχρι την έκδοση απόφασης από μέρους της Επιτροπής. Σε περίπτωση που η Επιτροπή καταλήξει σε απόφαση πριν από το εθνικό δικαστήριο, αυτό το τελευταίο μπορεί, εάν διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με τη νομιμότητα της απόφασης της Επιτροπής, να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ωστόσο, το εθνικό δικαστήριο δεν δύναται ποτέ να εκδώσει αντίθετη απόφαση.

Ένα σύστημα παράλληλης ή διαδοχικής εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού πρέπει να βασίζεται σε μία στενή συνεργασία. Ωστόσο, παρά την απουσία ρητής αναφοράς στη νομοθεσία της ΕΕ, τα δικαστήρια της ΕΕ όρισαν ότι το άρθρο 4 παράγραφος 3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) (πρώην άρθρο 10 της ΣΕΚ), που υποχρεώνει τις χώρες της ΕΕ να διευκολύνουν την ολοκλήρωση της αποστολής της ΕΕ, επέβαλε στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και στις χώρες της ΕΕ αμοιβαίες υποχρεώσεις πιστής συνεργασίας ώστε να επιτύχουν τους στόχους της Συνθήκης. Το άρθρο 4 παράγραφος 3 συνεπάγεται κατά συνέπεια ότι:

  • η Επιτροπή οφείλει να συνδράμει τα εθνικά δικαστήρια κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ απ' αυτά·
  • τα εθνικά δικαστήρια είναι δυνατό να κληθούν να συνδράμουν την Επιτροπή κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων της.

Η Επιτροπή οφείλει να συνδράμει τα εθνικά δικαστήρια αποφαινόμενη κατά τρόπο ουδέτερο και αντικειμενικό χωρίς να δεσμεύει το εθνικό δικαστήριο. Τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να απευθύνουν γραπτώς την αίτησή τους για συνδρομή από την Επιτροπή. Η Επιτροπή εκφράζεται μέσω:

  • ανακοίνωσης πληροφοριών. ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή έγγραφα που αυτή έχει στην κατοχή της ή πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία, ώστε να είναι σε θέση να καθορίσει εάν μία συγκεκριμένη υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον της Επιτροπής, εάν η Επιτροπή έχει κινήσει μία διαδικασία ή εάν έχει ήδη εκδώσει απόφαση. Η προβλεπόμενη προθεσμία είναι ένας μήνας από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης·
  • έκδοσης γνωμοδότησης. το εθνικό δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να γνωμοδοτήσει επί οικονομικών ή νομικών ζητημάτων ή επί ζητημάτων που αφορούν πραγματικά περιστατικά, με την επιφύλαξη της δυνατότητας ή της υποχρέωσης του εθνικού δικαστηρίου να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής απόφασης από το Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία ή την εγκυρότητα της νομοθεσίας της ΕΕ κατ' εφαρμογή του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ). Σε περίπτωση γνωμοδότησης, η Επιτροπή περιορίζεται στο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τα πραγματικά στοιχεία ή τις οικονομικές ή νομικές διευκρινίσεις που έχουν ζητηθεί, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
  • σύνταξης παρατηρήσεων. οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού και η Επιτροπή μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις στα εθνικά δικαστήρια. Ωστόσο, τούτο είναι δυνατόν μόνον όταν το απαιτεί η συνεπής εφαρμογή του άρθρου 101 ή 102 της ΣΛΕΕ. Για να είναι σε θέση η Επιτροπή να υποβάλει χρήσιμες παρατηρήσεις, είναι δυνατό να ζητηθεί από τα εθνικά δικαστήρια να διαβιβάσουν τα ίδια ή να φροντίσουν για τη διαβίβαση στην Επιτροπή αντιγράφου όλων των εγγράφων που απαιτούνται για την αξιολόγηση της εκάστοτε υπόθεσης.

Η υποχρέωση της πιστής συνεργασίας συνεπάγεται επίσης ότι οι αρχές των χωρών της ΕΕ μπορούν να υποχρεωθούν να συνδράμουν την Επιτροπή κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων της. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 παρέχει τρία παραδείγματα αυτής της συνδρομής :

  • διαβίβαση εγγράφων που απαιτούνται για την αξιολόγηση μιας υπόθεσης σε σχέση με την οποία η Επιτροπή επιθυμεί να υποβάλει παρατηρήσεις·
  • διαβίβαση δικαστικών αποφάσεων επί της εφαρμογής του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ: σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 του κανονισμού του (ΕΚ) αριθ. 1/2003, οι χώρες της ΕΕ διαβιβάζουν στην Επιτροπή αντίγραφο όλων των γραπτών δικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδώσει τα εθνικά δικαστήρια αποφαινόμενα για την εφαρμογή των άρθρων 101 ή 102 της και τούτο χωρίς καθυστέρηση, όταν η πλήρης δικαστική απόφαση κοινοποιείται γραπτώς στα μέρη·
  • συμμετοχή στους επιτόπιους ελέγχους: η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τα εθνικά δικαστήρια να την συνδράμουν κατά τους επιτόπιους ελέγχους που διεξάγει με αντικείμενο επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων.

Παρότι η ανταλλαγή πληροφοριών αποτελεί το αποκορύφωμα της συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων, δεν πρέπει να γίνει εις βάρος της τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου (άρθρο 339 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 287 της ΣΕΚ)). Ακόμα και εάν η υποχρέωση πιστής συνεργασίας υποχρεώνει την Επιτροπή να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλες τις πληροφορίες που το τελευταίο ζητάει, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, η Επιτροπή δύναται να αρνηθεί να τις διαβιβάσει όταν το εθνικό δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών και των επιχειρηματικών μυστικών. Η Επιτροπή δύναται παρομοίως να αρνηθεί να παράσχει πληροφορίες στα εθνικά δικαστήρια για λόγους κυρίως σχετικούς με την ανάγκη προάσπισης των συμφερόντων της ΕΕ.

Η Επιτροπή θα δημοσιεύσει περίληψη της συνεργασίας με τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με την παρούσα ανακοίνωση, στην ετήσια έκθεσή της για την πολιτική του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να προσφέρει πρόσβαση στις γνωμοδοτήσεις της και στις παρατηρήσεις της στον ιστότοπό της στο διαδίκτυο.

Πλαίσιο

Η παρούσα ανακοίνωση αντικαθιστά την ανακοίνωση του 1993 σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης ΕΚ.

Λέξεις- κλειδιά της πράξης
  • Δικαστήρια των χωρών της ΕΕ: δικαστήρια μίας χώρας της ΕΕ που δύνανται να εφαρμόσουν τα άρθρα 101 και 101 της ΣΛΕΕ και να προσφύγουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προδικαστικά κατ' εφαρμογή του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ.
Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 22.02.2011
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας