RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού (ΕΔΑ)

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, στα πλαίσια του ευρωπαϊκού δικτύου ανταγωνισμού (ΕΔΑ), καλούνται να συνεργαστούν στενά και συμπληρωματικά για την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΣΥΝΟΨΗ

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ, καθιερώθηκε ένα σύστημα παράλληλων αρμοδιοτήτων βάσει του οποίου η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών δύνανται να εφαρμόζουν αυτά τα άρθρα. Από κοινού, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού και η Επιτροπή συναποτελούν ένα δίκτυο δημόσιων αρχών: ενεργούν προς χάριν του δημόσιου συμφέροντος και συνεργάζονται στενά με στόχο την προάσπιση του ανταγωνισμού. Το δίκτυο καλείται «Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού» («ΕΔΑ»).

Η δομή των εθνικών αρχών ανταγωνισμού ποικίλλει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Σε μερικά κράτη μέλη υπάρχει ένας ενιαίος φορέας ο οποίος διερευνά τις υποθέσεις και λαμβάνει τις πάσης φύσεως αποφάσεις. Σε άλλα κράτη μέλη, οι σχετικές αρμοδιότητες κατανέμονται μεταξύ δύο φορέων, εκ των οποίων ο ένας φέρει την ευθύνη για τη διερεύνηση των υποθέσεων, ενώ ο άλλος, που συχνά είναι πολυπρόσωπος, είναι επιφορτισμένος με την έκδοση απόφασης για την εκάστοτε υπόθεση. Τέλος, σε ορισμένα κράτη μέλη, οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλεται απαγόρευση ή/και πρόστιμο είναι δυνατό να εκδοθούν μόνο από δικαστήριο· στην περίπτωση αυτή, κάποια άλλη αρχή ανταγωνισμού ενεργεί ως εισαγγελέας ο οποίος παρουσιάζει την υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου. Με την επιφύλαξη της γενικής αρχής της αποτελεσματικότητας, το άρθρο 35 του κανονισμού του Συμβουλίου παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να επιλέξουν τον φορέα ή τους φορείς που θα αναγορευθούν σε εθνικές αρχές ανταγωνισμού και να κατανείμουν τις σχετικές αρμοδιότητες μεταξύ τους.

Κατανομή των αρμοδιοτήτων: μία ή περισσότερες αρχές ανταγωνισμού ή η Επιτροπή

Μία ή περισσότερες αρχές ανταγωνισμού που δρουν παράλληλα ή η Επιτροπή μπορούν να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις..

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αρχή που λαμβάνει μία καταγγελία ή κινεί αυτεπαγγέλτως μια διαδικασία παραμένει αρμόδια για τη διεκπεραίωση της υπόθεση. Μια αρχή μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη για να επιληφθεί δεδομένης υπόθεσης εάν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της παράβασης και του κράτους μέλους από το οποίο αυτή εξαρτάται, ώστε αυτή να είναι ικανή να θέσει τέλος αποτελεσματικά στην όλη παράβαση. Η παραπομπή μιας υπόθεσης σε άλλη αρχή είναι δυνατή μόνο στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας σε περίπτωση κατά την οποία είτε η πρώτη αρχή θεωρεί ότι είναι ακατάλληλη για να επιληφθεί της υπόθεσης είτε κάποια άλλη αρχή θεωρεί ότι η ίδια είναι ομοίως κατάλληλη για να επιληφθεί της υπόθεσης. Εξάλλου, η ανάληψη ενιαίας δράσης από μία εθνική αρχή ανταγωνισμού είναι επίσης πιθανό να ενδείκνυται όταν, καίτοι περισσότερες εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να θεωρηθούν ως κατάλληλες, η ανάληψη δράσης από μία και μόνο εθνική αρχή ανταγωνισμού αρκεί για τον τερματισμό της παράβασης στο σύνολό της.

Η εκ παραλλήλου ανάληψη δράσης από δύο ή τρεις εθνικές αρχές ανταγωνισμού ενδείκνυται ενδεχομένως όταν μία συμφωνία ή πρακτική παράγει σημαντικές συνέπειες για τον ανταγωνισμό οι οποίες εκδηλώνονται κυρίως στην επικράτεια εκάστης εθνικής αρχής ανταγωνισμού, ενώ η ανάληψη δράσης από μία και μόνο εθνική αρχή ανταγωνισμού δεν θα αρκούσε προκειμένου να τεθεί τέλος στην παράβαση συνολικά ή/και για να επιβληθεί η δέουσα κύρωση. Οι αρχές οι οποίες αναλαμβάνουν δράση εκ παραλλήλου για δεδομένη υπόθεση καταβάλλουν προσπάθεια για τον συντονισμό των ενεργειών τους στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

Εξάλλου, η Επιτροπή είναι ιδιαιτέρως κατάλληλη να επιληφθεί δεδομένης υπόθεσης όταν η υπόθεση αυτή συνδέεται στενά με άλλες κοινοτικές διατάξεις οι οποίες θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν κατ' αποκλειστικότητα ή με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από την Επιτροπή, εφόσον το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει την έκδοση απόφασης της Επιτροπής με στόχο την ανάπτυξη της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού, όπου ανακύπτει ένα νέο ζήτημα ανταγωνισμού, ή όταν απαιτείται η διασφάλιση της ουσιαστικής επιβολής της νομοθεσίας.

Σε κάθε περίπτωση, η παραπομπή πρέπει να αποτελεί μία σύντομη και αποτελεσματική διαδικασία και να μη δημιουργεί προσκόμματα σε έρευνες που ενδεχομένως βρίσκονται σε εξέλιξη. Γι' αυτό τον σκοπό, ο κανονισμός του Συμβουλίου προτείνει μία σειρά μηχανισμών συνεργασίας με σκοπό την κατανομή των υποθέσεων, και δηλαδή:

  • παροχή πληροφοριών κατά την έναρξη των διαδικασιών. Το άρθρο 11 παράγραφος 3 του κανονισμού του Συμβουλίου προβλέπει την υποχρέωση ενημέρωσης της Επιτροπής από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, κάθε φορά που ενεργούν δυνάμει των άρθρων 81 ή 82 της συνθήκης, πριν ή άνευ χρονοτριβής μετά την έναρξη του πρώτου τυπικού μέτρου έρευνας. Ορίζει επίσης ότι η ενημέρωση μπορεί να παρασχεθεί και σε άλλες εθνικές αρχές ανταγωνισμού. Αυτός ο μηχανισμός επιτρέπει στο Δίκτυο να ανιχνεύει τις πολλαπλές διαδικασίες και να διευθετεί το ζήτημα της τυχόν παραπομπής των υποθέσεων από τη μία αρχή στην άλλη αφ' ης στιγμής μία αρχή αρχίζει να διερευνά την εκάστοτε υπόθεση.
  • αναστολή ή περάτωση της διαδικασίας. Όταν η ίδια συμφωνία ή πρακτική υποβάλλεται σε περισσότερες αρχές ανταγωνισμού, το άρθρο 13 του κανονισμού του Συμβουλίου προβλέπει τη νομική βάση για την αναστολή της διαδικασίας ή την απόρριψη της καταγγελίας με το σκεπτικό ότι με την υπόθεση ασχολείται ήδη ή έχει ασχοληθεί μία άλλη αρχή. Μία εθνική αρχή ανταγωνισμού έχει τη δυνατότητα, όχι όμως και την υποχρέωση, να αναστείλει ή να περατώσει τη διαδικασία της. Το άρθρο 13 του κανονισμού του Συμβουλίου είναι επίσης δυνατό να εφαρμοσθεί σε ένα σκέλος δεδομένης καταγγελίας ή σε ένα μέρος της εκάστοτε διαδικασίας και να εξετάσει τα υπόλοιπα σκέλη της καταγγελίας με τον τρόπο που αρμόζει. Ομοίως, η Επιτροπή δύναται και αυτή να απορρίψει μια καταγγελία λόγω ελλείψεως κοινοτικού συμφέροντος ή για άλλους λόγους που σχετίζονται με τη φύση της καταγγελίας.

Ένα καίριο στοιχείο της λειτουργίας του Δικτύου είναι η εξουσία όλων των αρχών ανταγωνισμού να ανταλλάσσουν και να χρησιμοποιούν πληροφορίες οι οποίες έχουν συλλεγεί από τις ίδιες ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης. Το άρθρο 12 του κανονισμού του Συμβουλίου ορίζει ότι οι ανταλλαγές πληροφοριών μπορούν όχι μόνο να λάβουν χώρα μεταξύ μιας εθνικής αρχής ανταγωνισμού και της Επιτροπής, αλλά και μεταξύ εθνικών αρχών ανταγωνισμού.

Κίνηση της διαδικασίας

Όταν οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών κινούν μία διαδικασία πληροφορούν την Επιτροπή το αργότερο τριάντα ημέρες από την έκδοση της απόφασης εφαρμογής του άρθρου 81 ή 82 της συνθήκης ΕΚ με την οποία εντέλλεται η παύση μιας παράβασης (άρθρο 11 παράγραφος 4)· οι αρχές ανταγωνισμού μπορούν επίσης να ανταλλάσσουν αυτές τις πληροφορίες με άλλα μέλη του δικτύου. Απεναντίας, όταν η Επιτροπή κινεί αυτεπάγγελτα μία διαδικασία, δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου, τούτο συνεπάγεται την απώλεια από τις όλες τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού της αρμοδιότητάς τους να εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης. Η κίνηση μιας διαδικασίας αποτελεί μία τυπική πράξη που είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της έρευνας που η Επιτροπή διεξάγει για την υπόθεση.

Είναι πιθανές δύο περιπτώσεις: Πρώτον, εάν η Επιτροπή είναι η πρώτη αρχή ανταγωνισμού που κινεί διαδικασία σε μία υπόθεση η οποία αφορά την έκδοση απόφασης βάσει του κανονισμού του Συμβουλίου, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού δεν έχουν πλέον την εξουσία να επιληφθούν της υπόθεσης Η δεύτερη περίπτωση ανακύπτει όταν μία η περισσότερες εθνικές αρχές ανταγωνισμού έχουν ενημερώσει το Δίκτυο κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού του Συμβουλίου ότι έχουν ήδη επιληφθεί συγκεκριμένης υπόθεσης. Κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου ανάθεσης (ενδεικτική δίμηνη προθεσμία), η Επιτροπή δύναται να κινήσει διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου αφού διεξαγάγει πρώτα διαβουλεύσεις με τις οικείες αρχές.

Μετά τη φάση της ανάθεσης, η Επιτροπή εφαρμόζει καταρχήν το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου μόνον εφόσον συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • τα μέλη του Δικτύου σκοπεύουν να εκδώσουν αντικρουόμενες αποφάσεις για την ίδια υπόθεση·
  • τα μέλη του Δικτύου σκοπεύουν να εκδώσουν απόφαση η οποία έρχεται σε πρόδηλη αντίθεση με πάγια νομολογία·
  • ένα ή περισσότερα μέλη του Δικτύου παρελκύουν αδικαιολόγητα τη διαδικασία στη συγκεκριμένη υπόθεση·
  • είναι απαραίτητη η έκδοση απόφασης από την Επιτροπή χάριν της περαιτέρω ανάπτυξης της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού, ιδίως αν έχει ανακύψει σε περισσότερα κράτη μέλη παρόμοιο ζήτημα ανταγωνισμού ή για να διασφαλισθεί η αποτελεσματική επιβολή της σχετικής νομοθεσίας·
  • η οικεία εθνική αρχή ανταγωνισμού ή οικείες εθνικές αρχές ανταγωνισμού δεν προβάλλουν αντίρρηση.

Εάν μία εθνική αρχή ανταγωνισμού προβαίνει ήδη σε ενέργειες σχετικά με μία δεδομένη υπόθεση, η Επιτροπή εξηγεί γραπτώς στην οικεία εθνική αρχή ανταγωνισμού και στα άλλα μέλη του δικτύου τους λόγους που υπαγορεύουν την εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου. Η Επιτροπή αναγγέλλει εγκαίρως στο δίκτυο την πρόθεσή της να εφαρμόσει το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου, έτσι ώστε τα μέλη του δικτύου να έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν τη σύγκληση της συμβουλευτικής επιτροπής. Η συμβουλευτική επιτροπή είναι το όργανο στο οποίο εμπειρογνώμονες από τις διάφορες αρχές ανταγωνισμού συζητούν επιμέρους υποθέσεις και γενικά ζητήματα κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Οι διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή πραγματοποιούνται κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή ενός κράτους μέλους.

Για να διασφαλισθεί η ανώτατη συνεργασία, τα μέλη του δικτύου ανταλλάσσουν πληροφορίες και, ενδεχομένως, συζητούν τις αποφάσεις απόρριψης των καταγγελιών, τις αποφάσεις της αυτεπάγγελτης περάτωσης μίας διαδικασίας ή τις αποφάσεις που επιβάλλουν προσωρινά μέτρα. Αυτή η αμοιβαία συνεργασία αφορά επίσης την εξουσία έρευνας. Βάσει του άρθρου 22 παράγραφος 2 του κανονισμού του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητά από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να διενεργήσουν ελέγχους εξ ονόματός της και για λογαριασμό της..

Θέση των επιχειρήσεων που επικαλούνται το ευεργέτημα καθεστώτος επιείκειας

Η Επιτροπή θεωρεί ότι το συμφέρον της Κοινότητας εξυπηρετείται με την παροχή ευνοϊκής μεταχείρισης σε επιχειρήσεις οι οποίες συνεργάζονται μαζί της κατά τις έρευνες με αντικείμενο παραβιάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας. Αρκετά κράτη μέλη έχουν ομοίως θεσπίσει καθεστώτα επιείκειας τα οποία αφορούν τέτοιου είδους έρευνες. Στον βαθμό που δεν υπάρχει κάποιο σύστημα εναρμονισμένων καθεστώτων επιείκειας σε ευρωπαϊκή κλίμακα, ο αιτών έχει συμφέρον να υποβάλει αίτηση επιείκειας σε όλες τις αρχές ανταγωνισμού που είναι πιθανό να θεωρηθούν κατάλληλες να αναλάβουν δράση εναντίον της εν λόγω παράβασης. Εάν μία εθνική αρχή ανταγωνισμού ασχολείται με υπόθεση η οποία έχει κινηθεί έπειτα από την υποβολή αίτησης επιείκειας, οφείλει να ενημερώσει σχετικά την Επιτροπή και δύναται να ενημερώσει και τα υπόλοιπα μέλη του Δικτύου κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού του Συμβουλίου. Με εξαίρεση ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, οι πληροφορίες που έχουν υποβληθεί οικειοθελώς από επιχείρηση η οποία έχει ζητήσει την υπαγωγή της σε καθεστώς επιείκειας επιτρέπεται να διαβιβασθούν σε άλλο μέλος του Δικτύου κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 του κανονισμού του Συμβουλίου μόνο με την έγκριση της εν λόγω επιχείρησης.

Πλαίσιο

Η παρούσα ανακοίνωση αντικαθιστά την ανακοίνωση της Επιτροπής της 15ης Οκτωβρίου 1997, σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών για την αντιμετώπιση υποθέσεων σύμφωνα με τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ.

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 17.05.2011

βλέπε και

  • Για περισσότερες πληροφορίες, συμβουλευθείτε τον ιστότοπο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού (EN)
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας