RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 23 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  BG - CS - ET - GA - LV - LT - HU - MT - PL - RO - SK - SL

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρα 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ)

Το νέο καθεστώς εφαρμογής των αντιμονοπωλιακών διαδικασιών, που τέθηκε σε εφαρμογή με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, έχει ως στόχο να διασφαλίσει την αποτελεσματικότερη τήρηση των κανόνων περί ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) προς το συμφέρον των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, ενώ μειώνει τις γραφειοκρατικές διαδικασίες που επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις που ασκούν τις δραστηριότητές τους στην Ευρώπη. Ο παρών κανονισμός, βασιζόμενος στην αποκεντρωμένη εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού και στην ενίσχυση τού εκ των υστέρων ελέγχου, επιτρέπει αφενός την ελάφρυνση του διοικητικού φόρτου της Επιτροπής, δίνοντάς της τη δυνατότητα να επικεντρώσει το έργο της στην καταστολή των πλέον σοβαρών παραβάσεων σε θέματα ανταγωνισμού. Ενισχύει επίσης το ρόλο των εθνικών αρχών ανταγωνισμού και των εθνικών δικαστηρίων κατά τη θέση σε εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού της ΕΕ, εγγυώμενος ταυτόχρονα την αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή του.

ΠΡΑΞΗ

Κανονισμός (EΚ) 1/2003 του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης [Πράξη (εις) τροποποίησης].

ΣΥΝΟΨΗ

Ο παρών κανονισμός, που εξέδωσε το Συμβούλιο στις 16 Δεκεμβρίου 2002, και ο οποίος εφαρμόζει τους κανόνες ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 101 και 102 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) (πρώην άρθρα 81 και 82 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (συνθήκη ΕΚ)), αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 17/62, από 1ης Μαΐου 2004.

Ο κανονισμός αριθ. 17/62 θεσπίζει ένα κεντρικό σύστημα ελέγχου σύμφωνα με το οποίο οι συμπράξεις που μπορεί να περιορίσουν ή να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των χωρών της ΕΕ θα πρέπει, για να τύχουν εξαίρεσης, να κοινοποιούνται στην Επιτροπή. Αυτή η αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής για την έγκριση περιοριστικών του ανταγωνισμού συμφωνιών που πληρούν τους όρους του άρθρου 81, παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, οδήγησε τις επιχειρήσεις να ανακοινώνουν πολλές συμφωνίες, πράγμα που ναρκοθέτησε τις προσπάθειες που έχουν ως στόχο την προώθηση της αυστηρής και αποκεντρωμένης εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ.

Με σκοπό την απλούστευση των διοικητικών διατυπώσεων κατά των επιχειρήσεων και τη δυνατότητα για την Επιτροπή να προβεί αποτελεσματικότερη δράση κατά των σοβαρών παραβιάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, η Επιτροπή ξεκίνησε, με την έκδοση του Λευκού Βιβλίου του 1999 (DE (DE) (EN) (ES) (FR)) (EN (DE) (EN) (ES) (FR)) (ES (DE) (EN) (ES) (FR)) (FR (DE) (EN) (ES) (FR)), μια μακρά μεταρρυθμιστική διαδικασία η οποία κατέληξε στη δημοσίευση του παρόντος κανονισμού.

Με τη μεταρρύθμιση αυτή πραγματοποιείται η μετάβαση από ένα κεντρικό σύστημα χορήγησης άδειας από την Επιτροπή με προηγούμενη κοινοποίηση σε ένα σύστημα νόμιμης εξαίρεσης το οποίο, βασιζόμενο στην αποκεντρωμένη εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ και στην ενίσχυση του εκ των υστέρων ελέγχου και παρέχεται αφενός η δυνατότητα ελάφρυνσης των εργασιών της Επιτροπής και αφετέρου αύξησης του ρόλου των εθνικών αρχών και δικαστηρίων ανταγωνισμού κατά την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού της ΕΕ με ταυτόχρονη εγγύηση της αποτελεσματικής και ομοιόμορφης εφαρμογής του.

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός αφορά λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων της ΣΛΕΕ στις συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένης πρακτικής που δύνανται να περιορίσουν τον ανταγωνισμό (άρθρο 101 ΣΛΕΕ) και στις καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης (άρθρο 102 ΣΛΕΕ).

Συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό αρχών και δικαστηρίων των χωρών της ΕΕ

Το σύστημα νόμιμης εξαίρεσης που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό έχει ως άμεσο αποτέλεσμα να καταστήσει υπεύθυνες τις επιχειρήσεις, οι οποίες, μη όντας πλέον υποχρεωμένες να προβούν σε προηγούμενη κοινοποίηση προς την Επιτροπή, θα πρέπει καλή τη πίστη να εξασφαλίσουν ότι οι σχετικές συμφωνίες δεν επηρεάζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό και δεν παραβιάζουν τους κανόνες της ΕΕ στον τομέα αυτό. Ωστόσο, για να αποφευχθεί κάθε είδους κατάχρηση, οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό ευρωπαϊκές αρχές - συμπεριλαμβανομένης και της Επιτροπής - και τα εθνικά δικαστήρια καθίστανται ακόμα περισσότερο υπεύθυνα για την μεγαλύτερη μέριμνα της τήρησης των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ, εξασφαλίζοντας αμοιβαίο συντονισμό της δράσης τους. Για να διευκολυνθεί αυτό, θα πρέπει να προωθηθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των διαφόρων θεσμικών οργάνων.

Προκειμένου να διευκολυνθούν οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό αρχών στην Ευρώπη, ο κανονισμός προβλέπει τη σύσταση ενός ευρωπαϊκού δικτύου ανταγωνισμού, το οποίο αποτελείται από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και την Επιτροπή. Στα πλαίσια του εν λόγω δικτύου δύνανται να διενεργούνται ανταλλαγές πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων και των εμπιστευτικών πληροφοριών, οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν στην καταστολή των παραβιάσεων των κανόνων ανταγωνισμού. Η Επιτροπή αναλαμβάνει να διαβιβάσει αντίγραφο των σημαντικότερων εγγράφων και αναλαμβάνει την υποχρέωση να παράσχει, κατόπιν αιτήσεως των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό αρχών, κάθε αναγκαίο έγγραφο για την αξιολόγηση της υπόθεσης την οποία η ίδια διεκπεραιώνει. Οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές είναι, από την άλλη πλευρά, υποχρεωμένες να ενημερώνουν την Επιτροπή για κάθε απόφαση απαγόρευσης ή δέσμευσης που αφορά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, και κάθε απόφαση που ανακαλεί το ευεργέτημα κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία, το αργότερο 30 ημέρες πριν από την έκδοσή της.

Για να αποφευχθεί διπλή εργασία και να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφή και συνεπής εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, ο παρών κανονισμός διατηρεί τον κανόνα βάσει του οποίου οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές παύουν αυτομάτως να είναι αρμόδιες όταν η Επιτροπή κινήσει τη σχετική διαδικασία. Εξάλλου, η Επιτροπή αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμβουλεύεται την εκάστοτε εθνική αρχή πριν κινήσει τη διαδικασία αυτή. Επίσης, όταν η αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή χώρας της ΕΕ ή η Επιτροπή λάβουν καταγγελία κατά συμφωνίας, απόφασης ένωσης ή εναρμονισμένης πρακτικής που εξετάζεται ή έχει ήδη εξεταστεί από άλλη αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή, μπορούν να αναστείλουν τη διαδικασία ή να απορρίψουν την καταγγελία.

Η Επιτροπή από την πλευρά της, πριν λάβει απόφαση να διατάξει να τεθεί τέλος σε παράβαση, να καταστήσει υποχρεωτικές δεσμεύσεις που έχουν προτείνει επιχειρήσεις, να θεωρήσει το άρθρο 101 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ ανεφάρμοστο ή να επιβάλει πρόστιμο ή χρηματική ποινή σε επιχειρήσεις, θα συμβουλεύεται κατά τη διάρκεια συνεδρίασης ή μετά από γραπτή διαδικασία, τη συμβουλευτική επιτροπή σε θέματα συμπράξεων και δεσπόζουσας θέσης. Η Επιτροπή αυτή, που αποτελείται από εκπροσώπους των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό εθνικών αρχών, αποτελεί το πλαίσιο για την εξέταση των υποθέσεων που αντιμετωπίζουν οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές.

Τέλος, όσον αφορά τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων, ο παρών κανονισμός ορίζει ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να ζητήσουν στην Επιτροπή να τους ανακοινώσει στοιχεία που έχει στην κατοχή της ή να γνωμοδοτήσει σχετικά με θέματα που αφορούν την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ. Αφετέρου, οι χώρες της ΕΕ αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διαβιβάσουν στην Επιτροπή αντίγραφο κάθε γραπτής απόφασης των εθνικών τους δικαστηρίων τα οποία αποφαίνονται σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Ο παρών κανονισμός προβλέπει επίσης τη δυνατότητα για την Επιτροπή και για τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές να διατυπώσουν τις γραπτές τους ή προφορικές παρατηρήσεις ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για θέματα που αφορούν την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ.

Εξουσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Η Επιτροπή για να παρακολουθεί την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού όσον αφορά συμφωνίες, αποφάσεις ένωσης επιχειρήσεων και εναρμονισμένη πρακτική (άρθρο 101), καθώς και την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης (άρθρο 102) που μπορούν να περιορίσουν τον ανταγωνισμό, διαθέτει διάφορες εξουσίες, όπως η εξουσία λήψης αποφάσεων, διεξαγωγής ερευνών και επιβολής κυρώσεων. Η Επιτροπή ασκεί τις εξουσίες αυτές κατόπιν καταγγελίας ή αυτεπαγγέλτως, όταν θεωρεί, κατά περίπτωση, ότι υπήρξε παραβίαση των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ.

Βάσει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί, κατά περίπτωση, να λάβει τις ακόλουθες αποφάσεις:

  • Να διαπιστώσει και να παύσει την παράβαση: εάν η Επιτροπή διαπιστώσει παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, μπορεί με απόφασή της να υποχρεώσει τις εκάστοτε επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να θέσουν τέρμα στην διαπιστούμενη παράβαση ή να διαπιστώσει το τέλος της παράβασης.
  • Να διατάξει τη λήψη προσωρινών μέτρων: σε δεόντως δικαιολογημένες επείγουσες περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί, ενεργώντας αυτεπαγγέλτως και μετά από μια πρώτη διαπίστωση παράβασης, να διατάξει τη λήψη προσωρινών μέτρων.
  • Να καταστήσει εκτελεστές τις αναλήψεις υποχρεώσεων: όταν πρόκειται να λάβει απόφαση παύσης της παράβασης οι δε επιχειρήσεις αναλαμβάνουν υποχρεώσεις για να αντιμετωπίσουν την αντίθεση της Επιτροπής, μπορεί, για καθορισμένη χρονική περίοδο, να απαιτήσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Η Επιτροπή μπορεί να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία όταν η κατάσταση αλλάξει, όταν οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις δεν πληρούν τις υποχρεώσεις τους ή όταν η απόφαση στηρίζεται σε ελλιπείς, ανακριβείς ή παραποιημένες πληροφορίες.
  • Να διαπιστώσει ότι δεν μπορεί να εφαρμοστούν τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ: η Επιτροπή μπορεί, για λόγους συμφέροντος της ΕΕ, να διαπιστώσει ότι βάσει των στοιχείων που έχει στην κατοχή της, ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 101 της συνθήκης σε μια συμφωνία, μια απόφαση ένωσης επιχειρήσεων ή εναρμονισμένη πρακτική είτε διότι δεν πληρούνται οι όροι του άρθρου 101 παράγραφος 1, είτε διότι πληρούνται οι όροι εξαίρεσης του άρθρου 101 παράγραφος 3. Μπορεί να πράξει το ίδιο σε περιπτώσεις δεσπόζουσας θέσης που προβλέπονται στο άρθρο 102.

Για να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή του δικαιώματος υπεράσπισης, η Επιτροπή πριν λάβει απόφαση, παρέχει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων την ευκαιρία να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους σχετικά με τις εις βάρος τους καταγγελίες. Τα ενδιαφερόμενα μέρη διαθέτουν εξάλλου δικαίωμα πρόσβασης στο φάκελο της Επιτροπής με την επιφύλαξη της τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου. Ωστόσο, για να εξασφαλιστεί η τήρηση του επαγγελματικού απόρρητου, κάθε συλλεγόμενη πληροφορία μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για το σκοπό για τον οποίο έχει συλλεχθεί. Η Επιτροπή και οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές υποχρεούνται εξάλλου να μην διαδίδουν τις πληροφορίες που έχουν συλλέξει ή ανταλλάξει.

Η Επιτροπή διαθέτει τις ακόλουθες ερευνητικές εξουσίες:

  • να διεξάγει έρευνες ανά κλάδο: όταν η εξέλιξη των συναλλαγών μεταξύ των χωρών της ΕΕ, η ακαμψία των τιμών ή άλλες περιστάσεις δημιουργούν υπόνοιες ότι περιορίζεται ή νοθεύεται ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, η Επιτροπή μπορεί να διεξαγάγει έρευνα στον οικονομικό τομέα ή σχετικά με συγκεκριμένο είδος συμφωνιών στους διαφόρους τομείς·
  • να ζητήσει πληροφορίες: η Επιτροπή μπορεί, με απλή αίτηση ή με απόφαση, να ζητήσει τις αναγκαίες πληροφορίες στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που της ανατίθενται από τον κανονισμό. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μπορεί να διαθέτει χρήσιμα στοιχεία καλείται να τα παράσχει. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να ζητήσει από τις κυβερνήσεις και τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές κάθε αναγκαία πληροφορία για την εκπλήρωση των καθηκόντων της·
  • να συγκεντρώσει δηλώσεις: η Επιτροπή μπορεί να ανακρίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δέχεται να ανακριθεί·
  • να προβεί σε έλεγχο: η Επιτροπή μπορεί να διεξαγάγει κάθε αναγκαίο έλεγχο στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων, στον οποίο αυτές υποχρεούνται να υποβληθούν. Οι υπάλληλοι της διαθέτουν τις ακόλουθες εξουσίες:
    1. έχουν πρόσβαση στους χώρους, οικόπεδα και μεταφορικά μέσα των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων·
    2. έχουν πρόσβαση σε κάθε άλλο χώρο, οικόπεδο ή μεταφορικό μέσο των επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων των κατοικιών των επιχειρηματιών, διευθυνόντων συμβούλων και λοιπών μελών του προσωπικού, εάν υπάρχει βάσιμη υποψία ότι εκεί μπορεί να βρίσκονται βιβλία ή άλλα επαγγελματικά έγγραφα που έχουν σχέση με τον τομέα που αποτελεί αντικείμενο παράβασης·
    3. ελέγχουν τα βιβλία καθώς και οποιοδήποτε άλλο επαγγελματικό έγγραφο·
    4. λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματα των ελεγχθέντων βιβλίων και εγγράφων·
    5. σφραγίζουν όλους τους χώρους ή επαγγελματικά έγγραφα κατά τη διάρκεια του ελέγχου·
    6. ζητούν από κάθε εκπρόσωπο ή μέλος του προσωπικού της επιχείρησης ή της ένωσης επιχειρήσεων πληροφορίες και καταγράφουν τις απαντήσεις του.

Οι εντεταλμένοι υπάλληλοι της Επιτροπής ασκούν τις εξουσίες τους προσκομίζοντας μια έγγραφη εντολή που αναφέρει το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου, καθώς και τις κυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν. Η Επιτροπή ενημερώνει εγκαίρως την αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή της χώρας της ΕΕ στην επικράτεια της οποίας πρόκειται να διεξαχθεί ο έλεγχος. Η αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή χώρας της ΕΕ μπορεί επίσης να λάβει στην επικράτειά της κάθε ερευνητικό μέτρο κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου εξ ονόματος και για λογαριασμό τής αρμόδιας για τον ανταγωνισμό αρχής άλλης χώρας της ΕΕ ή, κατόπιν αιτήσεως, εξ ονόματος της Επιτροπής, να διεξάγει έλεγχο, ώστε να προσδιοριστεί η παραβίαση των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ.

Η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων τις ακόλουθες κυρώσεις:

  • Πρόστιμα: Η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα ύψους μέχρι 1 % του συνολικού κύκλου εργασιών που έχει πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια του προηγούμενου οικονομικού έτους όταν, εσκεμμένα ή από αμέλεια:
    1. παρέχουν ανακριβή, ατελή ή παραποιημένα στοιχεία σε απάντηση αίτησης που τους έχει υποβληθεί ή δεν παρέχουν τα στοιχεία αυτά εντός των καθορισθέντων προθεσμιών,
    2. υποβάλλουν κατά τους πραγματοποιούμενους ελέγχους, βιβλία ή άλλα απαιτούμενα επαγγελματικά έγγραφα ατελή ή δεν υπόκεινται στους επιβαλλόμενους ελέγχους,
    3. αρνούνται να απαντήσουν σε ερώτημα που τίθεται κατά τη διάρκεια ελέγχου ή απαντούν με στοιχεία ανακριβή, ατελή ή παραποιημένα,
    4. έχουν παραβιάσει τις σφραγίδες που έχουν επιθέσει οι εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι της Επιτροπής.

    Η Επιτροπή μπορεί, εξάλλου, να επιβάλει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα μέχρι 10% του συνολικού κύκλου εργασιών που έχει πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια του προηγούμενου οικονομικού έτους για κάθε μια από τις επιχειρήσεις που έχουν συμμετάσχει στην παράβαση όταν αυτές παραβαίνουν τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, όταν αντιτάσσονται σε απόφαση λήψης προσωρινών μέτρων, όταν δεν τηρούν την υποχρέωση που έχει καταστεί εκτελεστή με απόφαση της Επιτροπής.

    Για να καθαριστεί το ποσό του πρόστιμου, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης. Όταν το πρόστιμο επιβάλλεται σε ένωση επιχειρήσεων που είναι αφερέγγυα, η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει την καταβολή του ποσού από κάθε μία από τις επιχειρήσεις που είναι μέλη της ένωσης, κατά τη στιγμή που πραγματοποιείται η παράβαση. Η οικονομική ευθύνη κάθε επιχείρησης δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10% του συνολικού κύκλου εργασιών που αυτή έχει πραγματοποιήσει κατά τη διάρκεια του προηγούμενου οικονομικού έτους. Οι αποφάσεις επιβολής πρόστιμου δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα.

  • Χρηματικές ποινές: Η Επιτροπή μπορεί επίσης να επιβάλει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων χρηματικές ποινές ύψους μέχρι 5% του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών που αυτές έχουν πραγματοποιήσει κατά τη διάρκεια του προηγούμενου οικονομικού έτους ανά ημέρα υπερημερίας από την ημερομηνία που καθορίζεται στην απόφαση η οποία τις υποχρεώνει:
    1. να θέσουν τέρμα στην παράβαση·
    2. να τηρήσουν την απόφαση λήψης προσωρινών μέσων·
    3. να τηρήσουν υποχρέωση που καθίσταται εκτελεστή,
    4. να παράσχουν πλήρως και επακριβώς τα αιτηθέντα στοιχεία,
    5. να υποβληθούν στον επιβαλλόμενο έλεγχο.

    Όταν οι επιχειρήσεις πληρούν τις υποχρεώσεις για τις οποίες επιβάλλεται χρηματική ποινή, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει τη μείωση του οριστικού ποσού.

Η εξουσία της Επιτροπής να επιβάλει πρόστιμα και χρηματικές ποινές υπόκειται σε παραγραφή τριών ή πέντε ετών, ανάλογα με τη διαπραχθείσα παράβαση. Η παραγραφή, που αρχίζει να ισχύει από την ημέρα που πραγματοποιείται η παράβαση, διακόπτεται με κάθε πράξη της Επιτροπής ή της αρμόδιας για τον ανταγωνισμό εθνικής αρχής που έχει ως στόχο τη δίωξη της παράβασης. Η παραγραφή αναστέλλεται όσο η απόφαση της Επιτροπής εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα, για την παραγραφή της εκτέλεσης των κυρώσεων η προθεσμία παραγραφής είναι πέντε έτη.

Το Δικαστήριο ελέγχει τις αποφάσεις της Επιτροπής, και ενδέχεται να αποφανθεί κατά αποφάσεων της Επιτροπής όσον αφορά την επιβολή προστίμου ή χρηματικής ποινής.

Κανονισμοί απαλλαγής κατά κατηγορία

Διάφοροι κανονισμοί δίνουν την εξουσία την Επιτροπή, στους τομείς που οι ίδιοι ορίζουν, να προβλέπει ρυθμίσεις που κηρρύσουν το άρθρο 101 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ ανεφάρμοστο σε ορισμένα είδη συμφωνιών, αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων καθώς και εναρμονισμένων πρακτικών (κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία). Μεταξύ των κανονισμών αυτών, περιλαμβάνονται τα ακόλουθα κείμενα:

  • κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 19/65 για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών,
  • κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71 για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών,
  • κανονισμός (ΕΚ) 487/2009 της 25ης Μαϊου 2009 για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών,
  • κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ.1534/91 για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα των ασφαλειών,
  • κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 246/2009 της 26ης Φεβρουαρίου 2009 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης επί ορισμένων κατηγοριών συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών μεταξύ ναυτιλιακών εταιρειών τακτικών γραμμών (consortia).

Εάν οι εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές περί απαλλαγής κατά κατηγορία έχουν παρόλα αυτά αρνητικές επιπτώσεις που δεν συνάδουν με το άρθρο 101 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή και οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές δύνανται, με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν καταγγελίας, να ανακαλέσουν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις το ευεργέτημα αυτής της ρύθμισης περί απαλλαγής κατά κατηγορία.

Τροποποιητικές διατάξεις

Ο παρών κανονισμός τροποποιεί τους ακόλουθους κανονισμούς:

  • κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68 για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού στους τομείς των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών,
  • κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74 περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και εκτελέσεως των αποφάσεων στους τομείς του δικαίου των μεταφορών και του ανταγωνισμού,
  • κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 για τις λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης στις θαλάσσιες μεταφορές,
  • κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 για τις λεπτομέρειες εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις εναέριων μεταφορών,
  • κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 19/65, αριθ. 2821/71 και αριθ. 1534/91 για την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 3 της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών,
  • κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 17/62 για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης.

Ο παρών κανονισμός καταργεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 141/62 για τη μη εφαρμογή του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου στον τομέα των μεταφορών.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ΠράξηΘέση σε ισχύΜεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη εφημερίδα
Κανονισμός (EΚ) 1/2003

24.1.2003

-

EE L 1 της 4.1.2003

Πράξη (εις) τροποποίησηςΈναρξη ισχύος - Ημερομηνία εκπνοήςΠροθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα
Κανονισμός (EΚ) 411/2004

9.3.2004

-

EE L 68 της 6.3.2004

Κανονισμός (EΚ) 1419/2006

18.10.2006

-

EE L 269 της 28.9.2006

Οι διαδοχικές τροποποιήσεις και διορθώσεις στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 έχουν ενσωματωθεί στο βασικό κείμενο. Αυτή η ενοποιημένη έκδοση έχει μόνο αξία τεκμηρίωσης.

ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 773/2004 της Επιτροπής της 7ης Απριλίου 2004 σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) [Επίσημη Εφημερίδα L 123, 27.4.2004]
Αυτός ο κανονισμός διατυπώνει τους ακριβείς κανόνες σε ό,τι αφορά μία σειρά σημαντικών πλευρών των διαδικασιών που έχει αναλάβει η Επιτροπή, όπως οι ακροάσεις, οι καταγγελίες και η πρόσβαση στον φάκελο. Ο παρών κανονισμός αντικαθιστά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2842/98 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τις ακροάσεις στο πλαίσιο ορισμένων διαδικασιών κατ' εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης ΕΚ.
Βλέπε ενοποιημένη έκδοση

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 14.03.2011
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας