RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Κατευθυντήριες γραμμές για συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας

Η Επιτροπή αναθεώρησε τους κανόνες ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) που αφορούν συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας. Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές έχουν σχεδιαστεί για να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις να διαπιστώνουν κατά περίπτωση εάν οι συμφωνίες συνεργασίας τους είναι συμβατές με τους αναθεωρημένους κανόνες ανταγωνισμού, προσφέροντας πλαίσιο αξιολόγησης βάσει του άρθρου 101 παράγραφοι 1 και 3 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΠΡΑΞΗ

Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας [Επίσημη Εφημερίδα C 11 της 14.1.2011].

ΣΥΝΟΨΗ

Μία συνεργασία είναι «οριζόντιας φύσεως» εάν αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ πραγματικών ή δυνητικών ανταγωνιστών. Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές καλύπτουν επίσης συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας μεταξύ μη ανταγωνιστών, για παράδειγμα μεταξύ δύο εταιρειών που δραστηριοποιούνται στις ίδιες αγορές προϊόντων αλλά σε διαφορετικές γεωγραφικές αγορές χωρίς να είναι δυνητικοί ανταγωνιστές. Συχνά, η οριζόντια συνεργασία μπορεί να αποφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη, όταν αποτελεί ένα μέσο για την κατανομή των κινδύνων, την εξοικονόμηση δαπανών, την αύξηση των επενδύσεων, την από κοινού εκμετάλλευση τεχνογνωσίας, τη βελτίωση της ποιότητας και της ποικιλίας των προϊόντων και την ταχύτερη προώθηση της καινοτομίας. Από την άλλη πλευρά, η οριζόντια συνεργασία μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα ανταγωνισμού όταν έχει αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά τις τιμές, την παραγωγή, την καινοτομία ή την ποικιλία και την ποιότητα των προϊόντων. Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές αποτελούν ένα αναλυτικό πλαίσιο για τις συνηθέστερες μορφές συμφωνιών οριζόντιας συνεργασίας, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον είναι συμβιβάσιμες με το άρθρο 101 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές ισχύουν μόνο για τις συνηθέστερες μορφές συνεργασίας: συμφωνίες έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α), συμφωνίες παραγωγής, συμφωνίες προμηθειών, συμφωνίες εμπορίας, συμφωνίες τυποποίησης, και την ανταλλαγή πληροφοριών. Οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικό επίπεδο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής (κάθετες συμφωνίες) καταρχήν αποτελούν αντικείμενο του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία για τους κάθετους περιορισμούς και των κατευθυντήριων γραμμών για τους κάθετους περιορισμούς. Ωστόσο, στο βαθμό που ορισμένες κάθετες συμφωνίες συνάπτονται μεταξύ ανταγωνιστών, οι επιπτώσεις της συμφωνίας στην αγορά και τα ενδεχόμενα προβλήματα ανταγωνισμού πρέπει να εξετάζονται με βάση τις αρχές που εφαρμόζονται για τις οριζόντιες συμφωνίες. Όταν, εξάλλου, οι οριζόντιες συμφωνίες αφορούν μια συγκέντρωση, εφαρμόζεται ο κανονισμός για τη συγκέντρωση μεταξύ επιχειρήσεων.

Οι κατευθυντήριες γραμμές παρουσιάζουν τα κριτήρια αξιολόγησης για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 101 ΣΛΕΕ. Το άρθρο 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ χρησιμοποιείται για να αξιολογηθεί κατά πόσον μια συμφωνία η οποία μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), έχει αντιανταγωνιστικό αντικείμενο ή πραγματικά ή δυνητικά αποτελέσματα περιορισμού του ανταγωνισμού. Εφόσον μια συμφωνία περιορίζει τον ανταγωνισμό, το άρθρο 101 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ εξετάζει εάν τα ευνοϊκά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα υπερτερούν έναντι των αποτελεσμάτων περιορισμού του ανταγωνισμού.

Κριτήρια αξιολόγησης με βάση το άρθρο 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ

Το άρθρο 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ απαγορεύει συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Για τους σκοπούς αυτών των κατευθυντηρίων γραμμών, ο «περιορισμός του ανταγωνισμού» συμπεριλαμβάνει την πρόληψη και τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Εάν μια συμφωνία έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, δηλαδή είναι από τη φύση της ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ, τότε δεν είναι απαραίτητο να εξεταστούν τα πραγματικά ή δυνητικά αποτελέσματα της συμφωνίας. Εάν, ωστόσο, η συμφωνία οριζόντιου χαρακτήρα δεν περιορίζει εξ αντικειμένου τον ανταγωνισμό, πρέπει να γίνεται ανάλυση των πραγματικών ή δυνητικών αποτελεσμάτων της για να διαπιστωθεί εάν έχουν αισθητά αποτελέσματα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Για να έχει μια συμφωνία αποτελέσματα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ, πρέπει να έχει, πραγματικό ή ενδεχόμενο, αισθητά δυσμενή αντίκτυπο σε μία τουλάχιστον από τις παραμέτρους του ανταγωνισμού στην αγορά, όπως η τιμή, η παραγωγή, η ποιότητα και η ποικιλία των προϊόντων ή η καινοτομία. Η εν λόγω αξιολόγηση των περιοριστικών αποτελεσμάτων πρέπει να διενεργείται σε σύγκριση με το πραγματικό νομικό και οικονομικό πλαίσιο στο οποίο θα λάμβανε χώρα ο ανταγωνισμός, απουσία της συμφωνίας.

Η φύση μιας συμφωνίας καθορίζεται από παράγοντες όπως ο τομέας και ο στόχος της συνεργασίας, η ανταγωνιστική σχέση μεταξύ των μερών και ο βαθμός στον οποίο συνδυάζουν τις δραστηριότητές τους. Οι εν λόγω παράγοντες καθορίζουν το είδος των πιθανών προβλημάτων ανταγωνισμού που μπορούν να προκύψουν. Οι οριζόντιες συμφωνίες ενδέχεται να περιορίσουν τον ανταγωνισμό με περισσότερους από έναν τρόπους. Για παράδειγμα, οι συμφωνίες παραγωγής ενδέχεται να οδηγήσουν σε άμεσο περιορισμό τού ανταγωνισμού όταν τα συμβαλλόμενα μέρη μειώνουν την παραγωγή. Το κύριο πρόβλημα ανταγωνισμού στις συμφωνίες εμπορίας είναι ο καθορισμός των τιμών.

Η ισχύς στην αγορά είναι η ικανότητα επικερδούς διατήρησης των τιμών πάνω από τα επίπεδα συνθηκών ανταγωνισμού για κάποιο χρονικό διάστημα ή η επικερδής διατήρηση της παραγωγής κάτω από τα επίπεδα συνθηκών ανταγωνισμού, όσον αφορά τις ποσότητες, την ποιότητα και την ποικιλία των προϊόντων ή την καινοτομία, για κάποιο χρονικό διάστημα. Η ισχύς στην αγορά μπορεί ορισμένες φορές να οφείλεται σε μειωμένο ανταγωνισμό μεταξύ των μερών.

Η ανάλυση της ισχύος στην αγορά ξεκινά από τη θέση των μερών στις αγορές που επηρεάζονται από τη συνεργασία. Για να αναλυθεί η θέση των μερών, πρέπει να προσδιοριστεί η σχετική αγορά, με βάση την ανακοίνωση της Επιτροπής για τον ορισμό της σχετικής αγοράς και να υπολογιστεί το συνδυασμένο μερίδιο της αγοράς των μερών. Εάν είναι χαμηλό το συνδυασμένο μερίδιο αγοράς, είναι ελάχιστα πιθανό να προκύψουν περιοριστικά αποτελέσματα από την οριζόντια συνεργασία. Λόγω της ποικιλομορφίας των συμφωνιών συνεργασίας και των διαφορετικών επιπτώσεων που μπορεί να έχουν στις αγορές, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν, είναι αδύνατο να δοθεί ένα γενικό όριο μεριδίου αγοράς πέραν του οποίου μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει αρκετή ισχύς στην αγορά ώστε να έχει περιοριστικά αποτελέσματα.

Ανάλογα με τη θέση των μερών στην αγορά και τον βαθμό συγκέντρωσης σε αυτήν, πρέπει να εξετασθούν και άλλοι παράγοντες, όπως η σταθερότητα των μεριδίων αγοράς ανά το χρόνο, οι φραγμοί εισόδου, η πιθανότητα εισόδου άλλων ανταγωνιστών σε αυτήν και η αντισταθμιστική ισχύς των αγοραστών/προμηθευτών.

Κριτήρια αξιολόγησης με βάση το άρθρο 101 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ

Εφόσον αποδεικνύεται η ύπαρξη περιορισμού του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 101 παράγραφος 1, μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 101 παράγραφος 3. Κατά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003, το βάρος της απόδειξης φέρει η επιχείρηση που επικαλείται την εν λόγω διάταξη. Οι συμφωνίες συνεργασίας τυγχάνουν απαλλαγής όταν πληρούνται οι ακόλουθες τέσσερις σωρευτικές προϋποθέσεις:

  • η περιοριστική συμφωνία πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα οικονομικά οφέλη, όπως βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, δηλαδή βελτίωση της αποδοτικότητας·
  • οι περιορισμοί πρέπει να είναι απαραίτητοι για την επίτευξη της βελτίωσης της αποδοτικότητας·
  • πρέπει να εξασφαλίζουν στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, δηλαδή από τη βελτίωση της αποδοτικότητας που επιτυγχάνεται με τους αναγκαίους περιορισμούς·
  • η συμφωνία δεν πρέπει να παρέχει στα μέρη τη δυνατότητα κατάργησης του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων.

Όταν πληρούνται τα τέσσερα αυτά κριτήρια, μπορεί να θεωρηθεί ότι η βελτίωση της αποδοτικότητας που προκύπτει από τη συμφωνία αντισταθμίζει τους περιορισμούς στον ανταγωνισμό που δημιουργεί η ίδια.

Ανταλλαγή πληροφοριών

Οι κατευθυντήριες γραμμές παρουσιάζουν γενικές αρχές για την ανταγωνιστική αξιολόγηση της ανταλλαγής πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης βάσει των άρθρων 101 παράγραφος 1 και 101 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ, οι οποίες ισχύουν εξίσου για όλους τους τύπους συμφωνιών οριζόντιας συνεργασίας που συνεπάγονται ανταλλαγή πληροφοριών. Η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως άμεση ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ ανταγωνιστών, έμμεση ανταλλαγή με την παρεμβολή ενός κοινού φορέα ή κάποιου τρίτου μέρους ή των προμηθευτών ή λιανοπωλητών των επιχειρήσεων. Η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να είναι επωφελής για τις εταιρείες, π.χ. βοηθώντας τις να εξοικονομήσουν κόστος μειώνοντας τα αποθέματά τους, και μπορεί να ωφελήσει άμεσα τους καταναλωτές, π.χ. μειώνοντας το κόστος αναζήτησης και βελτιώνοντας τα περιθώρια επιλογών. Μπορεί ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να έχει και αποτελέσματα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό, όταν επιτρέπει στις επιχειρήσεις να γνωρίζουν τις στρατηγικές των ανταγωνιστών τους στην αγορά. Η κοινοποίηση πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών μπορεί να αποτελεί συμφωνία, εναρμονισμένη πρακτική ή απόφαση με αντικείμενο τον καθορισμό τιμών ή ποσοτήτων. Αυτά τα είδη ανταλλαγής πληροφοριών κατά κανόνα θεωρούνται συμπράξεις και συνεπάγονται ανάλογα πρόστιμα. Εκτός του πλαισίου των συμπράξεων, η ανταλλαγή πληροφοριών θεωρείται ότι περιορίζει εξ αντικειμένου τον ανταγωνισμό μόνον όταν οι ανταγωνιστές ανταλλάσσουν εξατομικευμένες πληροφορίες σχετικά με προβλεπόμενες μελλοντικές τιμές ή ποσότητες. Η ανταλλαγή πληροφοριών οποιασδήποτε άλλης μορφής, περιλαμβανομένων των τρεχουσών τιμών, δεν θα αντιμετωπίζονται ως εξ αντικειμένου περιορισμοί και θα αξιολογούνται βάσει των περιοριστικών αποτελεσμάτων που έχουν στον ανταγωνισμό.

Τύποι συμφωνιών συνεργασίας

Οι κατευθυντήριες γραμμές προσδιορίζουν τα χαρακτηριστικά ορισμένων τύπων συμφωνιών συνεργασίας και εφαρμόζουν το πλαίσιο αξιολόγησης βάσει του άρθρου 101 παράγραφοι 1 και 3 ΣΛΕΕ, που περιγράφεται ανωτέρω, σε κάθε έναν από τους ακόλουθους τύπους συμφωνίας:

  • συμφωνίες Ε&Α·
  • συμφωνίες παραγωγής·
  • συμφωνίες προμηθειών·
  • συμφωνίες εμπορίας·
  • συμφωνίες τυποποίησης.
Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 12.05.2011
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας