RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 23 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  BG - CS - ET - GA - LV - LT - HU - MT - PL - RO - SK - SL

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Ο μηχανισμός των ιδίων πόρων

Το ζήτημα των ιδίων πόρων είναι πολύ σημαντικό από πολιτική άποψη: η προέλευση των ιδίων πόρων προσδιορίζει τις σχέσεις μεταξύ των πολιτών, των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων, ενώ αφορά και το ζήτημα της οικονομικής αυτονομίας των Κοινοτήτων. Η συζήτηση γύρω από τους ίδιους πόρους συνδέεται, από την πλευρά της Κοινότητας, με τη γενική συζήτηση σχετικά με το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, στο πλαίσιο της οποίας αντιπαρατίθενται δύο απόψεις, ο φεντεραλισμός και η αλληλεξάρτηση των κυβερνήσεων.
Η απόφαση του 1970 περί ιδίων πόρων διαχωρίζει τις Κοινότητες από τους άλλους διεθνείς οργανισμούς, των οποίων η χρηματοδότηση βασίζεται στις εισφορές των κρατών που συμμετέχουν σ' αυτούς.

Προς τη δημοσιονομική αυτονομία της ΕΕ: από τις εθνικές εισφορές στους ιδίους πόρους

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, η Συνθήκη της Ρώμης, της 25ης Μαρτίου 1957, προέβλεπε μια μεταβατική περίοδο με εισφορές εκ μέρους των κρατών μελών και στη συνέχεια το πέρασμα σ' ένα σύστημα ιδίων πόρων. Η αρχή των ιδίων πόρων περιλαμβανόταν ήδη στο άρθρο 201 της Συνθήκης: «Ο προϋπολογισμός χρηματοδοτείται στο ακέραιο, υπό την επιφύλαξη των άλλων εσόδων, από ιδίους πόρους». Οι ίδιοι πόροι μπορούν να ορισθούν ως τα ίδια μέσα χρηματοδότησης, τα οποία είναι ανεξάρτητα των κρατών μελών. Πρόκειται για έσοδα φορολογικού χαρακτήρα, τα οποία προορίζονται άπαξ και δια παντός για την Κοινότητα, με σκοπό τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της, της αποδίδονται δε αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά σχετική απόφαση των οικείων εθνικών αρχών. Έτσι, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να αποδίδουν στην Κοινότητα τα προβλεπόμενα για τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της ποσά.

Μια πρώτη απόπειρα μεταφοράς των «εκ φύσεως» ιδίων πόρων, δηλαδή των τελωνειακών δασμών και των γεωργικών εισφορών, που προκύπτουν από τις κοινοτικές πολιτικές (Τελωνειακή Ένωση και Κοινή Γεωργική Πολιτική) απέτυχε το 1965, λόγω της αντίδρασης της Γαλλίας που οδήγησε στο συμβιβασμό του Λουξεμβούργου. Η μεταβατική περίοδος, η οποία έπρεπε να προηγηθεί της μετάβασης, το 1966, σ' ένα σύστημα χρηματοδότησης που να εγγυάται μια σχετική αυτάρκεια για την Κοινότητα, δεν τηρήθηκε. Η απόφαση για τη μετάβαση αυτή είχε ληφθεί από τους αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων κατά τη διάσκεψη κορυφής της Χάγης το 1969, με στόχο τη νέα ώθηση της Κοινότητας μετά από μια περίοδο δυσχερειών. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο εξέδωσε μιαν απόφαση η οποία αποδίδει στις Κοινότητες (βάσει της συνθήκης συγχώνευσης της 2ας Απριλίου 1965) τους ιδίους πόρους που απαιτούνται για την κάλυψη όλων των δαπανών τους. Έτσι, η απόφαση της 21ης Απριλίου 1970 θέσπισε τη μετάβαση από το σύστημα των εθνικών εισφορών, μέσω του οποίου τα κράτη μέλη εξασφάλιζαν τον έλεγχο των κοινοτικών πολιτικών, σ' ένα αυτόνομο σύστημα χρηματοδότησης, μέσω των «παραδοσιακών» ιδίων πόρων (γεωργικών εισφορών και τελωνειακών δασμών) και ενός πόρου βασιζόμενου στη φορολόγηση της προστιθέμενης αξίας, δηλαδή στον ΦΠΑ.

Η προέλευση των ιδίων πόρων

Οι ίδιοι παραδοσιακοί πόροι (ΙΠΠ) θεωρούνται ως ίδιοι πόροι «εκ φύσεως», και τούτο διότι πρόκειται για έσοδα στο πλαίσιο των κοινοτικών πολιτικών, και όχι για έσοδα προερχόμενα από τα κράτη μέλη με τη μορφή εθνικών εισφορών. Οι σημερινοί ίδιοι πόροι προέρχονται από τελωνειακούς δασμούς, γεωργικούς δασμούς, εισφορές ζάχαρης και ενός συντελεστή που εφαρμόζεται στην εναρμονισμένη βάση του φόρου προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ) καθώς και έναν συντελεστή που εφαρμόζεται στο ακαθάριστο εθνικό εισόδημα (ΑΕΕ).

  • Τελωνειακοί δασμοί. Οι τελωνειακοί δασμοί εισπράττονται στα εξωτερικά σύνορα επί των εισαγωγών. Το εφαρμοζόμενο δασμολόγιο έγινε κοινό το 1968, δύο έτη νωρίτερα από ό,τι προβλεπόταν. Οι δε τελωνειακοί δασμοί είχαν περιληφθεί στη Συνθήκη της Ρώμης ως πόρος αποδοτέος κατά πρώτον στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ΕΟΚ για τη χρηματοδότηση των δαπανών της. Οι τελωνειακοί δασμοί της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) ενσωματώθηκαν στον πόρο αυτόν το 1988.
  • Γεωργικές εισφορές. Οι σημαντικότερες εισφορές της κατηγορίας αυτής είναι οι γεωργικοί δασμοί που ονομάζονταν κατ' αρχήν γεωργικές εισφορές. Οι γεωργικές εισφορές καθιερώθηκαν το 1962 και ενσωματώθηκαν στους πόρους της Κοινότητας με την απόφαση της 21ης Απριλίου 1970. Επρόκειτο κατ' αρχήν για φόρους που ποίκιλλαν ανάλογα με τις τιμές της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής αγοράς. Μετά τη μεταφορά των πολυμερών συμφωνιών στον τομέα του εμπορίου (Γύρος της Ουρουγουάης, Απρίλιος 1994) στο ευρωπαϊκό δίκαιο δεν υφίσταται πλέον διαφορά μεταξύ των γεωργικών και των τελωνειακών δασμών. Οι γεωργικοί δασμοί είναι απλώς δασμοί εισαγωγής που εισπράττονται για τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες γεωργικά προϊόντα.
    Στους φόρους αυτούς προστίθενται οι εισφορές για την παραγωγή ζάχαρης και ισογλυκόζης. Οι εισφορές αυτές εισπράττονται από τους παραγωγούς ζάχαρης στο εσωτερικό της Κοινότητας, σε αντίθεση με τους φόρους επί των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων. Η σημερινή απόφαση για τους ιδίους πόρους του 2000 χορηγεί στα κράτη μέλη 25% του ποσού των παραδοσιακών ιδίων πόρων που εισπράττονται ως έξοδα είσπραξης.
  • Φόρος προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ). Οι πόροι ΦΠΑ καθιερώθηκαν με την απόφαση της 21ης Απριλίου 1970, και τούτο διότι οι παραδοσιακοί ίδιοι πόροι δεν θα επαρκούσαν πλέον για τη χρηματοδότηση του κοινοτικού προϋπολογισμού. Μετά τον καθορισμό επιπλέον διοριών για την εναρμόνιση του πόρου αυτού, ο περίπλοκος αυτός πόρος εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά μόλις το 1980. Παράγεται δε με την εφαρμογή ενός συντελεστή επί φορολογικής βάσης που προσδιορίζεται κατά τρόπο ομοιόμορφο. Από το 1988 έως το 1994, αυτή η φορολογική βάση δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 55% του ΑΕΠ των κρατών μελών. Από το 1995 και μετά, το όριο αυτό καθορίσθηκε στο 50% του ΑΕΠ για τα κράτη μέλη των οποίων το κατά κεφαλή ΑΕΠ ήταν κατώτερο του 90% του κοινοτικού μέσου όρου. Μεταξύ 1995 και 1999, η υπέρβαση αυτή επεκτάθηκε προοδευτικά και εφαρμόζεται πλέον σε όλα τα κράτη μέλη.
    Η απόφαση του 1970 περιόριζε τον μέγιστο συντελεστή απόληψης του πόρου ΦΠΑ στο 1% της προκαθορισμένης φορολογικής βάσης. Η δεύτερη απόφαση περί ιδίων πόρων, της 7ης Μαΐου 1985, αύξησε τον συντελεστή αυτόν στο 1,4%, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1986, ημερομηνία ένταξης των χωρών της Ιβηρική Χερσονήσου. Η αύξηση αυτή αναμενόταν να καλύψει τα έξοδα της τότε διεύρυνσης. Ωστόσο, η τέταρτη απόφαση περί ιδίων πόρων, της 31ης Οκτωβρίου 1994, προέβλεπε τη σταδιακή επιστροφή στον μέγιστο συντελεστή 1%, μεταξύ 1995 και 1999, και τούτο για λόγους κυρίως δίκαιης κατανομής των βαρών . Τέλος, η ισχύουσα σήμερα απόφαση του 2000 περί ιδίων πόρων επανέφερε τον μέγιστο συντελεστή απόληψης στο σημερινό επίπεδο του 0,5% της εναρμονισμένης και προσαρμοσμένης φορολογικής βάσης του ΦΠΑ.
  • Ακαθάριστο εθνικό εισόδημα (ΑΕΕ). Το 1988, το Συμβούλιο αποφάσισε να θεσπίσει και έναν τέταρτο ίδιο πόρο, με βάση υπολογισμού, την εποχή εκείνη, το ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ). Ο πόρος αυτός προοριζόταν να αντικαταστήσει τον πόρο ΦΠΑ στο ρόλο του δημοσιονομικού εξισορροπιστή. Με την ίδια αυτή απόφαση, της 24ης Ιουνίου 1988, καθιερώθηκε ανώτατο όριο για τους ίδιους πόρους, στο σύνολό τους, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, το οποίο ανερχόταν σε 1,14% το 1988 και σε 1,27% το 1999. Η σημερινή απόφαση περί ιδίων πόρων επεκτείνει την εφαρμογή του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών λογαριασμών του 1995 (SEC 95) στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Στο SEC 95, η έννοια του ακαθαρίστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ) αντικαταστάθηκε από εκείνη του ακαθαρίστου εθνικού εισοδήματος (ΑΕΕ). Επομένως στη νέα απόφαση, το ΑΕΠ αντικαθίσταται από το ΑΕΕ όσον αφορά τους ίδιους πόρους. Ωστόσο, προκειμένου να μην αλλαχθεί το ποσό των δημοσιονομικών πόρων που τίθενται στη διάθεση των Κοινοτήτων, προσαρμόσθηκε το ανώτατο όριο των ιδίων πόρων ως ποσοστό του ΑΕΕ της ΕΕ. Το νέο ανώτατο όριο ισοδυναμεί με 1,24% του ΑΕΕ της ΕΕ.
    Ο πόρος ΑΕΕ προκύπτει με την εφαρμογή ενός συντελεστή, ο οποίος καθορίζεται για κάθε οικονομικό έτος στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού, σε μια φορολογική βάση, η οποία αντιστοιχεί στο άθροισμα των ΑΕΕ των κρατών μελών στην τιμή της αγοράς. Ο εν λόγω πόρος υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ των δαπανών και του αθροίσματος όλων των άλλων δημοσίων πόρων. Αποτελεί δε έναν πόρο-«κλειδί», δεδομένου ότι χρηματοδοτεί όχι μόνον το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού, αλλά και προσδιορίζει τον περιορισμό προς τα άνω της φορολογικής βάσης ΦΠΑ, την κατανομή της χρηματοδότησης της βρετανικής αντιστάθμισης και το ανώτατο όριο του συνολικού ποσού των πόρων τους οποίους μπορεί να εισπράξει η Κοινότητα.

Οι ίδιοι πόροι τίθενται στη διάθεση της Ένωσης μηνιαίως από τα κράτη μέλη πιστώνοντας το λογαριασμό «ίδιοι πόροι» που έχει ανοιχθεί από την Επιτροπή, συνήθως στην εθνική κεντρική τράπεζα. Οι παραδοσιακοί ίδιοι πόροι εγγράφονται κάθε μήνα με το ρυθμό που εισπράττονται. Ως προς τους πόρους ΦΠΑ και ΑΕΕ, αυτοί αποδίδονται στην Επιτροπή την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, και τούτο κατά το ένα δωδέκατο του προβλεπόμενου ύψους τους που εμφαίνεται στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Όσον αφορά τις ειδικές ανάγκες πληρωμής των γεωργικών δαπανών, είναι δυνατό, ωστόσο, να κληθούν τα κράτη μέλη από την Επιτροπή να προκαταβάλλουν έναν ή δύο μήνες κατά το πρώτο τρίμηνο εγγραφής των προβλεπομένων ποσών ως πόρους του ΦΠΑ και/ή του ΑΕΕ.

Αλλα εισοδήματα. Ο προϋπολογισμός δεν χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από τους ίδιους πόρους αλλά και από τους φόρους και τις εισφορές που κατακρατούνται επί των εισοδημάτων του προσωπικού, τα τραπεζικά επιτόκια, τις συνεισφορές των τρίτων χωρών σε ορισμένα κοινοτικά προγράμματα (π.χ. στον τομέα της έρευνας), τις επιστροφές κοινοτικών ενισχύσεων που δεν χρησιμοποιήθηκαν, τα επιτόκια υπερημερίας καθώς και το υπόλοιπο του προηγούμενου οικονομικού έτους.

Η βρετανική εξαίρεση

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Fontainebleau, το 1984, αποφάσισε να εισάγει τη βρετανική αντιστάθμιση. Σύμφωνα με τον μηχανισμό αυτό, επιστέφεται στο Ηνωμένο Βασίλειο το ισοδύναμο του 0,66% του καθαρού αρνητικού δημοσιονομικού υπολοίπου του. Η χρηματοδότηση της βρετανικής αντιστάθμισης κατανέμεται μεταξύ των υπολοίπων κρατών μελών κατ' αναλογία προς το μερίδιό τους στο κοινοτικό ΑΕΕ, με εξαίρεση τη Γερμανία, την Αυστρία, τις Κάτω Χώρες και τη Σουηδία, το μερίδιο των οποίων μειώνεται κατά τα τρία τέταρτα. Το οικονομικό αυτό βάρος ανακατανέμεται μεταξύ των είκοσι δύο άλλων κρατών μελών.

 
Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 04.09.2007

βλέπε και

  • Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) Προϋπολογισμού (DE) (EN) (FR
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας